Μπετόβεν &
Σοστακόβιτς
Πρόγραμμα Διάλειμμα Ντμίτρι
Σοστακόβιτς
1906-1975
Συμφωνία αρ.10 σε
μι ελάσσονα, έργο 93
50’
Ι. Moderato
II. Allegro
III. Allegretto – Largo – Più mosso
IV. Andante – Allegro – L’istesso tempo
Λούντβιχ βαν
Μπετόβεν
1770-1827
Τριπλό κοντσέρτο για
βιολί, βιολοντσέλο, πιάνο
και ορχήστρα σε ντο μείζονα,
έργο 56
58’
Ι. Allegro
II. Largo
III. Rondo alla Polacca
Το ‘Τριπλό Κοντσέρτο’ του Μπετόβεν αποτελεί μία από τις
πλέον ξεχωριστές σελίδες της παγκόσμιας μουσικής φιλο-
λογίας, ενώ είναι το μοναδικό κοντσέρτο που έγραψε ποτέ
ο συνθέτης για πάνω από ένα σολιστικό όργανο. Πρωτότυ-
πος ήταν και ο συνδυασμός των σολιστικών οργάνων που
επέλεξε ο Μπετόβεν, κάτι που επεδίωξε όπως έγραψε στον
εκδότη του «είναι πραγματικά κάτι εντελώς καινούριο». Δεν
είχε όντως δοκιμαστεί ο αντίστοιχος συνδυασμός στο πα-
ρελθόν, ούτε στο είδος της Sinfonia concertante που άνθη-
σε κατά την πρώιμη κλασική περίοδο, ως μία ανανεωμένη
μορφή του μπαρόκ concertο grossο, και χρησιμοποιούσε το
συνδυασμό δύο ή περισσότερων σολίστ με την ορχήστρα.
Το έργο γράφτηκε το 1804, σε μία ιδιαιτέρως πα-
ραγωγική εποχή για τον Μπετόβεν, κατά την οποία συ-
νέθεσε μερικά από τα πλέον σημαντικά του έργα, όπως
την ‘Ηρωική Συμφωνία’ και τις σονάτες ‘Waldstein’ και
‘Appassionata’. Η πρεμιέρα της πάντως δεν έγινε παρά το
1808, με μία πιθανή εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή να
προκύπτει από την πληροφορία του βιογράφου του Μπε-
τόβεν, Άντον Σίντλερ, πως αρχικά γράφτηκε για το μαθητή
του συνθέτη στο πιάνο Ρούντολφ, Αρχιδούκα της Αυστρίας,
με σκοπό να παίξει το κομψό, αλλά όχι ιδιαίτερα απαιτητι-
κό μέρος του πιάνου, υποστηριζόμενος από δύο έμπειρους
και ικανούς σολίστες στο βιολί και το τσέλο. Ο Αρχιδούκας
όμως φαίνεται να μην κατάφερε ποτέ να ανταπεξέλθει στις
απαιτήσεις του έργου και τελικά αυτό αφιερώθηκε σε έναν
άλλο μαικήνα του Μπετόβεν, τον πρίγκιπα Λόμπκοβιτς, ενώ
ο Ρούντολφ αποφάσισε να γίνει Αρχιεπίσκοπος, παραμένο-
ντας πάντως μέχρι τέλους ένας από τους στενότερους φί-
λους του Μπετόβεν.
Το έργο ακολουθεί την καθιερωμένη φόρμα αντί-
στοιχων κοντσέρτων για ένα σολιστικό όργανο και ορχή-
στρα. Στο σύνολό του μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευγενική
ψυχαγωγία. Μία καινοτομία του κοντσέρτου είναι η απου-
σία της απαραίτητης ως τότε καντέντσας, την οποία ο συν-
θέτης θεωρεί μάλλον περιττή, λόγω του σημαντικού ρόλου
που έχει ήδη δώσει στους σολίστες. Ο Μπετόβεν επιχειρεί
μία εξερεύνηση στα έως τότε φωνητικά του έργα και τη μου-
σική δωματίου που έγραφε, ψάχνοντας τρόπους να μεταφέ-
ρει τις όποιες συνδέσεις τους στον ήχο μίας ορχήστρας. Δε-
δομένου του προβλήματος που είχε να αντιμετωπίσει, αφού
έπρεπε να δώσει σε κάθε σολιστικό όργανο έναν διακριτό,
αλλά και συνάμα επαρκή ρόλο, χωρίς να χάσει τη συνοχή
του το έργο, επενδύει στην ανάπτυξη διαλόγων των σολιστι-
κών οργάνων μεταξύ τους με τρόπο που προσομοιάζει σε
μουσική δωματίου, ενώ γράφει απλά και συμπαγή θέματα,
αποφεύγοντας τις δραματικές εξάρσεις.
Στο πρώτο μέρος η έκθεση των δύο πρώτων μελω-
δικών θεμάτων γίνεται από την ορχήστρα και ακολουθούν
τα σολιστικά όργανα, με το τσέλο πρώτο, το βιολί μετά και
τέλος το πιάνο, ενώ στην ανάπτυξη συμμετέχουν όλοι, σε
έναν εκπληκτικό διάλογο μεταξύ τους. Η αυστηρότητα του
ύφους και η αισθητική μίας άψογης κλασικής συμφωνίας
χαρακτηρίζουν το μέρος αυτό. Στο δεύτερο μέρος ξεχωρίζει
ένα πανέμορφο και ιδιαίτερα εκφραστικό μελωδικό θέμα
του τσέλου που καθηλώνει, με το πιάνο να συνοδεύει δια-
κριτικά. Είναι τόσο σύντομο το μέρος αυτό που μπορεί να
θεωρηθεί και ως μία μακρά εισαγωγή του τρίτου μέρους.
Το φινάλε είναι γοητευτικό, με σπάνιο μελωδικό πλούτο
και μεγάλη εκφραστική δύναμη. Ασυνήθιστη είναι η ρυθμι-
1770-1827 Ludwig van
Beethoven Τριπλό κοντσέρτο
για βιολί,
βιολοντσέλο, πιάνο
και ορχήστρα σε
ντο μείζονα, έργο 56
Ι. Allegro
II. Largo
III. Rondo alla Polacca
Μπετόβεν & Σοστακόβιτς 12 Σεπτέμβριου 2026 5 Νίκος Κυριακού
1906-1975 Dmitry
Shostakovich Συμφωνία αρ.10
σε μι ελάσσονα,
έργο 93
Ι. Moderato
II. Allegro
III. Allegretto – Largo – Più mosso
IV. Andante – Allegro – L’istesso tempo
τικά περιστρέφεται γύρω από δύο κύρια μελωδικά θέματα.
Τα βαθιά έγχορδα δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο,
πάνω στο οποίο χτίζουν αρχικά τα βιολιά και οι βιόλες,
ώσπου αναδύεται ένα συναρπαστικό μελαγχολικό μοτίβο
από το κλαρινέτο, το οποίο καταλήγει σε μία παθιασμένη
κορύφωση. Μετά από μία σοβαρή παρέμβαση των χάλκι-
νων, το μοτίβο αυτό του κλαρινέτου επαναλαμβάνεται δί-
νοντας τη σκυτάλη στο φλάουτο που εισάγει ένα πονηρό,
υπαινικτικό βαλς. Το φαγκότο είναι αυτό που επαναφέρει
το μελαγχολικό μοτίβο του κλαρινέτου, για να φτάσουμε
στο εφιαλτικό σημείο του μέρους αυτού, που μιλάει για τις
εκτελέσεις των αντιφρονούντων, με μία συναισθηματική
έκρηξη, η οποία συνοδεύεται με τις τσιρίδες του πίκολο και
το δυσοίωνο στρατιωτικό τύμπανο που οδηγεί αργά και βα-
σανιστικά στο θάνατο. Πρόσφατη μελέτη έχει δείξει ότι τα
δύο αρχικά θέματα του πρώτου μέρους αναδιαμορφώνουν
ιδέες από μια εγκαταλελειμμένη σονάτα βιολιού του 1946.
Το άγριο και ορμητικό δεύτερο μέρος είναι ένα
εμβατήριο που αποτελεί το μουσικό πορτρέτο του Στάλιν.
Είναι πολύ σύντομο και καθόλου κολακευτικό για τον εκλι-
πόντα ηγέτη, με ένα συνεχές φορτίσιμο να βροντάει σαν
οδοστρωτήρας. Ο τρόμος κυριαρχεί και η βία υπάρχει στην
ατμόσφαιρα, με το στρατιωτικό τύμπανο να κάνει για άλλη
μια φορά αισθητή την παρουσία του.
Στο τρίτο μέρος ξεχωρίζει ένα βαλς που εισάγεται
με το γνωστό μουσικό μοτίβο που χρησιμοποιούσε συχνά ο
Σοστακόβιτς ως υπογραφή και προέρχεται από τη γερμανι-
κή μετάφραση του ονόματός του: Ρε – Μι ύφεση – Ντο – Σι.
Το εισάγουν τα φλάουτα και τα κλαρινέτα, ενώ στη συνέ-
χεια εμφανίζεται από το κόρνο ένα άλλο μοτίβο (Μι – Λα
– Μι – Ρε – Λα) που παραπέμπει στο όνομα της μαθήτριάς
του Ελμίρα Ναζίροβα, της κορυφαίας ίσως Αζέρας συνθέ-
τριας, με καταγωγή από οικογένεια Γεωργιανών Εβραίων,
με την οποία είχε αναπτύξει μία βαθιά πνευματική και συ-
ναισθηματική σχέση, που παρέμεινε στο επίπεδο της αλλη-
λογραφίας. Το μέρος ολοκληρώνεται με την ανάμειξη των
δύο αυτών μοτίβων, αφού το κόρνο επιμένει στο μοτίβο της
Ελμίρας, ενώ το πίκολο με το φλάουτο παίζουν το μοτίβο
του Σοστακόβιτς μεταφέροντας συγκλονιστικά την πικρία
για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και δίνοντας έναν τόνο προ-
σωπικής τραγωδίας, αλλά με ένα σαρδόνιο μάλλον τρόπο,
σαν να ειρωνεύεται ο δημιουργός τον εαυτό του. Ίσως αυτό
κάνει ακόμη πιο δραματικό τον τόνο του μέρους αυτού.
Το φινάλε ξεκινά με έναν εκτεταμένο διάλογο, στον
οποίο κυριαρχούν τα πνευστά. Αποτελεί ένα αντίβαρο στο
άνοιγμα της Συμφωνίας. Το κλαρινέτο εμφανίζει ένα μανια-
κό αλέγκρο που σύντομα εξελίσσεται στο εφιαλτικό σημείο
του πρώτου μέρους. Εκεί εκρήγνυται το μοτίβο του Σοστα-
κόβιτς που κορυφώνεται με τρία φόρτε της ορχήστρας, πριν
ξεφουσκώσει εντελώς η πίεση. Το μοτίβο έκτοτε αιωρείται
στο παρασκήνιο, από τρομπέτα και τρομπόνι, μέχρι την
ολοκληρωτική του επιστροφή. Το φαγκότο ξεκινά ένα ζωηρό
σόλο καθαρίζοντας τις σκιές που έχουν απλωθεί στο έργο,
όλο το προηγούμενο διάστημα. Η μουσική κορυφώνεται στα-
διακά και ενισχύεται από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του
Σοστακόβιτς που πλέον κηρύσσει αποφασιστικά τον τελικό
θρίαμβο του συνθέτη απέναντι στο καθεστώς και στη μεγάλη
εικόνα το θρίαμβο του ανθρώπου που επιβιώνει απέναντι σε
κάθε δυσκολία. Πρόκειται για έναν από τους συγκλονιστικό-
τερους θριάμβους στην ιστορία της μουσικής.
κή του κίνηση, που είναι γραμμένη alla Polacca, στο ρυθμό
δηλαδή της εντυπωσιακής πολωνέζας, που βασίζεται στον
ομώνυμο μεγαλοπρεπή χορό με τον οποίο οι Πολωνοί ευγε-
νείς χαιρετούσαν, σαν μία πομπή, τους βασιλείς τους.
Συνολικά πρόκειται για ένα ξεχωριστό έργο από
κάθε άποψη. Ακόμη και ο χαρακτηρισμός κοντσέρτο δεν
περιγράφει την πραγματικότητα, αφού τα σολιστικά όργα-
να δεν συνδιαλέγονται με την ορχήστρα, παρά υποστηρί-
ζονται από αυτήν, ενώ οι διάλογοι γίνονται μεταξύ τους. Η
μεγαλύτερη δυσκολία του έργου και ο λόγος που δεν εκτε-
λείται τόσο συχνά, σύμφωνα με το γνωστό Τούρκο μαέστρο
Κεμ Μανσούρ, είναι η δυσκολία να βρεθούν τρεις καλοί
σολίστες μαζί, που να μπορούν επίσης να εναρμονιστούν
μεταξύ τους στο βαθμό που απαιτεί ο Μπετόβεν εδώ.
Η ‘Συμφωνία αρ.10 σε μι ελάσσονα, έργο 93’ του Ντμίτρι Σο-
στακόβιτς έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 1953 από τη
Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λένινγκραντ, υπό τη μουσική
διεύθυνση του Γεβγκένι Μραβίνσκι, ενώ τον Οκτώβριο του
επόμενου χρόνου έγινε και η αμερικανική πρεμιέρα του έρ-
γου από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, υπό τη μουσική
διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου.
Ο συνθέτης την ολοκλήρωσε λίγο μετά το θάνατο
του Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1953. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε
τον καταλύτη για την ολοκλήρωση μιας συμφωνίας που σύμ-
φωνα με μαρτυρίες έχτιζε χρόνια αντλώντας έμπνευση από
τις δικές του εμπειρίες από το καθεστώς, αλλά και από τα πε-
πραγμένα της διακυβέρνησης του Στάλιν στη Σοβιετική Ένω-
ση. Ήταν η πρώτη συμφωνία που θα έγραφε ο συνθέτης, μετά
την απαγόρευση της μουσικής του από το καθεστώς, το 1948.
Ο Σοστακόβιτς δημιουργεί μία αληθινή τραγωδία
γεμάτη με συναισθήματα θρήνου, απελπισίας και φόβου,
καταλήγοντας σε δύο φωτεινά λεπτά θριάμβου. Στα αμφι-
σβητούμενα για την αυθεντικότητά τους απομνημονεύμα-
τά του που εκδόθηκαν το 1979 με τίτλο ‘Testimony’ από τον
μουσικολόγο Σόλομον Βολκόφ, αναφέρεται το εξής: «Απει-
κόνισα μουσικά τον Στάλιν στην επόμενη Συμφωνία μου, τη
‘Δέκατη’. Την έγραψα αμέσως μετά τον θάνατο του Στάλιν,
και κανείς δεν έχει ακόμη μαντέψει περί τίνος πρόκειται.
Αφορά τον Στάλιν και τα χρόνια του Στάλιν». Ασχέτως της
αυθεντικότητάς τους πάντως και πέρα από κάθε αναφορά
στον Στάλιν, η συμφωνία αυτή αποτελεί ένα αληθινό μουσι-
κό επίτευγμα μίας σπάνιας ιδιοφυΐας.
Το πρώτο μέρος είναι ένα εκτεταμένο Μοντεράτο
που διαρκεί σχεδόν όσο το μισό έργο συνολικά, ενώ θεμα-
Μπετόβεν & Σοστακόβιτς 12 Σεπτέμβριου 2026 7 Ο βιολιστής Maxim Vengerov θεωρείται παγκοσμίως ένας από τους σπουδαιότερους
μουσικούς της εποχής μας και συχνά αναφέρεται ως ο κορυφαίος εν ζωή έγχορδος
στον κόσμο σήμερα.
Γεννημένος το 1974, ξεκίνησε την καριέρα του ως σόλο βιολιστής σε ηλι-
κία πέντε ετών, κερδίζοντας τους διεθνείς διαγωνισμούς Wieniawski και Carl Flesch
σε ηλικία 10 και 15 ετών αντίστοιχα. Σπούδασε με την Galina Tourchaninova και τον
Zakhar Bron, κάνοντας την πρώτη του ηχογράφηση σε ηλικία 10 ετών και συνέχισε
να ηχογραφεί για δισκογραφικές εταιρείες υψηλού κύρους, όπως οι Melodia, Teldec,
Deutsche Grammophon και Warner, κερδίζοντας μεταξύ άλλων βραβεία Grammy και
Gramophone ως καλλιτέχνης της χρονιάς.
Το 2020, ο Vengerov έγινε ο πρώτος σόλο καλλιτέχνης του Classic FM και
κυκλοφόρησε μια νέα ηχογράφηση του ‘Κοντσέρτου για βιολί’ του Τσαϊκόφσκι, με
τον μαέστρο Myung-Whun Chung και την Ορχήστρα Φιλαρμονικής της Ραδιοφωνίας
Γαλλίας, μαζί με έργα των Saint-Saëns και Ravel. Ακολούθησε μια ζωντανή ηχογρά-
φηση του έργου από τη συναυλία του στο Konzerthaus της Βιέννης, τον Νοέμβριο του
2025, με τον Μαέστρο Chung και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Τόκιο, που είναι
τώρα διαθέσιμη στο κανάλι YouTube του Maxim Vengerov, καθώς και στα Mezzo και
Medici. Έκανε επίσης μια ζωντανή ηχογράφηση του ρεσιτάλ του στο Carnegie Hall το
2018.
Τα τελευταία χρόνια, ο Vengerov άνοιξε τη σεζόν της Orchestra Filarmonica
della Scala με τον Riccardo Chailly και το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής της Σαγκάης με
τον Christoph Eschenbach. Γιόρτασε επίσης 40 χρόνια στη σκηνή με μια sold-out συ-
ναυλία στο Royal Albert Hall, ερμηνεύοντας τόσο το ‘Κοντσέρτο για βιολί’ όσο και το
‘Διπλό Κοντσέρτο’ του Brahms, και περιόδευσε με ρεσιτάλ σε όλο τον κόσμο. Οι εορ-
τασμοί των 50ών γενεθλίων του κατά τη σεζόν 2024-2025 περιλάμβαναν την έναρξη
της τριετούς σειράς ‘Perspectives’ στο Carnegie Hall, όπου θα δώσει πάνω από 12 συ-
ναυλίες τις επόμενες τρεις σεζόν, συνεργαζόμενος με άλλους διάσημους μουσικούς,
όπως οι Ivan Fischer, Evgeny Kissin, Yefim Bronfman, Alisa Weilerstein, Steven Isserliss,
Sir Antonio Pappano και Martha Argerich.
Ένα από τα μεγαλύτερα πάθη του Vengerov είναι η διδασκαλία. Έχει δια-
τελέσει καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Mozarteum του Σάλτσμπουργκ, στη Βασιλική
Ακαδημία και στο Βασιλικό Κολλέγιο Μουσικής στο Λονδίνο. Το 2018, έγινε Πρέσβης
Καλής Θέλησης της Σχολής Musica Mundi, ενός μοναδικού ιδρύματος που υποστηρί-
ζει νέα ταλέντα. Προκειμένου να κάνει τη μουσική εκπαίδευση πιο προσιτή, δημιούρ-
γησε τη δική του διαδικτυακή πλατφόρμα διδασκαλίας τον Ιανουάριο του 2021 στο
maximvengerov.com.
Ο Vengerov έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία, συμπεριλαμβανομένου ενός
βραβείου Γκράμι για την Best Instrumental Soloist Performance και ενός βραβείου
Crystal Award από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ το 2007. Ονομάστηκε επίσης
Ιππότης του Τάγματος Πολιτιστικής Αξίας από το παλάτι στο Μόντε Κάρλο, όπου δι-
αμένει. Το 1997, έγινε ο πρώτος κλασικός μουσικός που διορίστηκε Διεθνής Πρε-
σβευτής Καλής Θέλησης από τη UNICEF, γεγονός που του επέτρεψε να συνεχίσει
να εμπνέει παιδιά παγκοσμίως μέσω της μουσικής. Παίζει, μεταξύ άλλων, το πρώην
Kreutzer Stradivari (1727).
Photo Davide Cerati
Μπετόβεν & Σοστακόβιτς 12 Σεπτέμβριου 2026 9
Maxim
Vengerov
Bιολί Μπετόβεν & Σοστακόβιτς 12 Σεπτέμβριου 2026.