ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΗΣΤΟ ΚΕΣΚΙΝΗ – Bifrost-The Pathof the Warriors –

1.       Πες μας ένα σύντομο βιογραφικό, καθώς και τους λόγους που σε ώθησαν στην δημιουργία του βιβλίου σου. Γεννήθηκα τον Νοέμβριο του 1979 στην Θεσσαλονίκη. Εκεί σπούδασα και εργάζομαι. Από πολύ μικρή ηλικία μου άρεσε να διαβάζω μυθιστορήματα και σιγά-σιγά μπήκε μέσα μου το μικρόβιο του συγγραφέα. Στην αρχή οι ιστορίες μου ήταν παιδικές και δεν […]

Όλο το άρθρο

ΒΙΒΛΙΟ – COLM TOIBIN ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ – κριτική Ά.Μάντζιου

  COLM TOIBIN ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου ΙΚΑΡΟΣ κριτική Ά.Μάντζιου Νόρα Γουέμπστερ, η ηρωίδα του βιβλίου όπως αναδύεται  από την πένα του συγγραφέα  Κολμ Τομπίν, ο οποίος παρακολουθεί τη ζωή της και την προσπάθεια χειραφέτησής της,  σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’60.  Μητέρα τεσσάρων παιδιών,  αναλαμβάνει τα ηνία της οικογένειας, ύστερα από τον θάνατο του καθηγητή συζύγου της, ανακαλύπτοντας σταδιακά πτυχές του εαυτού της, κρυμμένες πίσω από τον ρόλο της νοικοκυράς  και το προστατευτικό πέπλο του χαρισματικού συζύγου της και οδηγείται  στην προσωπική αυτονομία και αυτοπραγμάτωση, στην υπέρβαση του πένθους και στην προοπτική της συνέχισης της δράσης, ενώ η ζωή συνεχίζεται, ως διακοπτόμενη αφήγηση.  Έτσι κλείνει το βιβλίο, με την μετέωρη αίσθηση μιας συνέχειας –ίσως σε άλλο βιβλίο- ως δυναμική αφηγηματική προοπτική.  Τριτοπρόσωπη αφήγηση, εσωτερικός ρυθμός πολλών σκέψεων, λεπταίσθητη παρατηρητικότητα, λεπτομερής  καταγραφή της καθημερινότητας μιας εποχής, ψυχογραφική αποτύπωση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, σύνθεση των επί μέρους στοιχείων  τόσο  της ζωής  της επαρχίας  όσο και των αστικών κέντρων, στην αχλή μιας περασμένης εποχής και στον απόηχο της πολιτικής, της θρησκευτικής ζωής και των ταραχών, που αναδεικνύουν και το αυτοβιογραφικό-βιωματικό υλικό και δίνουν το στίγμα της οπτικής του συγγραφέα. «Αυτό που θέλω είναι ένα βιβλίο, μια αναπαυτική πολυθρόνα κι ένα δωμάτιο  όπου να είμαι μόνη μου», είπε. Σελ. 112 Αναμνήσεις, ιστορίες ανθρώπων, πόλεις, βιβλία, φωτογραφίες, μνημεία, μουσικές και παράλληλα μία συνομιλία με τις ηρωίδες των άλλων βιβλίων του συγγραφέα, δίνουν το  στυλ του αφηγητή που αγαπά τους ήρωές του και παρακολουθεί με συγκατάβαση τη ζωή τους. Το πένθος, τα έθιμα, οι συζητήσεις, οι προσευχές, οι οικογενειακές σχέσεις, ο γάμος, οι νέοι,  οι σπουδές, η εργασία,  τα επαγγέλματα, η διασκέδαση, το ταξίδι με τρένο, οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση, τα ρούχα, η επικοινωνία των ανθρώπων, η σιωπή,  καθρεφτίζουν έναν κόσμο που αλλάζει σταδιακά ακολουθώντας τα γεγονότα και μετατοπίζεται εσωτερικά απορροφώντας τους δυναμικούς κραδασμούς της ζωής σε εξέλιξη.  Ενδιαφέρον βιβλίο, γύρω από τη ζωή των  ανθρώπων  σε παλαιότερες εποχές, στο παράδειγμα μιας γυναίκας, με αφηγηματικές αρετές στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα της,  που ωστόσο εξελίσσεται επίπεδα και χωρίς ανατροπές, περιορίζοντας την αναγνωστική απόλαυση,  στον εγκλωβισμό των επαναλήψεων και της μονομέρειας. « Πάσχιζε ν’ ανακαλέσει εκείνη την εποχή, όμως μερικές εικόνες ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτες με λεπτομέρειες, κάποιες  ώρες ήταν τόσο γεμάτες με γνήσιες, άξέχαστες στιγμές, ώστε τον χρόνο που περίσσευε ήταν σαν να τον κοίταζε πίσω από τζάμι που το έδερνε η βροχή. Να περπατάει με τον Μόρις στον διάδρομο του νοσοκομείου ξέροντας ότι ίσως  να μην έβγαινε ζωντανός από κει μέσα. Η στιγμή που της είπε ότι ήθελε να κοιτάξει για μια ακόμα φορά τον ουρανό, και της ζήτησε να τον περιμένει στο διάδρομο, να τον αφήσει μόνο του. Να τον παρακολουθεί όταν άρχισε να κλαίει, μόλις έφτασε στην πόρτα». Σελ. 62 «Ήταν ένας κόσμος γεμάτος απουσίες».Σελ. 178 «Όλες  αυτές οι παλιές ιστορίες, σκεφτόταν, δεν θ’ αργούσαν να ξεχαστούν». Σελ. 93 «…μια σύμπτωση ήταν όλα». Σελ. 302 «Εγώ δεν πάω στο Δουβλίνο», είπε ο Κόνορ. «Δεν  τους γουστάρω τους Δουβλινέζους». Σελ. 126 «Γονάτισε μπροστά στο τζάκι κι άρχισε να ρίχνει  ένα ένα τα γράμματα στη φωτιά. Σκεφτόταν πόσα είχαν συμβεί από τότε που γράφτηκαν αυτά τα γράμματα, πόσο πολύ ανήκαν σε μια εποχή που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί και δεν επρόκειτο να ξανάρθει. Έτσι είναι η ζωή. Έτσι είχαν εξελιχτεί τα πράγματα». Σελ. 434  Ά. Μάντζιου

Όλο το άρθρο

ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΒΛΙΟΤΟΠΟ τον ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ

ΠΑΡΑΤΑΣΗ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΒΛΙΟΤΟΠΟ τον ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ Μετά από πρόταση του βιβλιόφιλου κοινού που αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή τον Βιβλιότοπο – Bazaar, παρατείνεται η λειτουργία του τον Ιανουάριο. Στο πιο κεντρικό, κομβικό σημείο της πόλης στη Βενιζέλου 30 (πρώην ράδιο Κορασίδη) και στο μέσον περίπου των οδών  Τσιμισκή και Ερμού, υποδεχόμαστε όλους τους βιβλιόφιλους μικρούς και μεγάλους το 2016, στον υπέροχο χώρο του βιβλίου και του  πολιτισμού που δημιουργήθηκε  για να βοηθήσουμε ως φορέας και λόγω της οικονομικής κρίσης τους επισκέπτες, να αγοράζουν βιβλία της αρεσκείας τους σε πολύ χαμηλές τιμές.  Οι λάτρεις του βιβλίου μπορούν να προμηθεύονται και νέους τίτλους που παραλαμβάνει ο Βιβλιότοπος καθημερινά για να καλυφθούν οι προτιμήσεις των επισκεπτών.  Με τιμές, που ξεκινούν από 0,50 λεπτά, 1,00 -2,00, 3,00 ευρώ… μπορείτε να βρείτε βιβλία ιστορικά, παιδικά, ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, εκπαιδευτικά, θεατρικά, φιλοσοφικά, μελέτες, ποίηση, δοκίμια, ταξιδιωτικοί οδηγοί, μαγειρικής, ιατρικοί οδηγοί, λεξικά, ψυχολογίας, διαστημικά μυστηρίου, μουσική βιβλιοθήκη, παραμύθια, βιβλία πάζλ, παραψυχολογία, ακαδημαϊκά, πανεπιστημιακά, γραμματικής, θεολογικά  κ.ά. . Επίσης θα βρείτε γιορτινά και χριστουγεννιάτικα βιβλία με όμορφες εικόνες από κλασικά παραμύθια  σε πολύ μεγάλη ποικιλία.  Το πολιτιστικό διαχρονικό αγαθό που είναι το βιβλίο μπορεί να γίνει το καλύτερο και οικονομικότερο δώρο σε αγαπημένα μας  πρόσωπα και κυρίως στα παιδιά   Με περισσότερα από 500.000 βιβλία και με συμμετοχή 130 εκδοτών από όλη την Ελλάδα ο Βιβλιότοπος – Bazaar είναι ανοικτά καθημερινά από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ. Χιλιάδες φθηνά  βιβλία για όλους,  στηρίζουμε το βιβλίο,   αγαπάμε το διάβασμα.   

Όλο το άρθρο

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ – CHIGOZIE OBIOMA Μετάφραση: Ιωάννα Ηλιάδη Εκδόσεις Μεταίχμιο (Υποψήφιο για το βραβείο BOOKER 2015) Κριτική Άγγελα Μάντζιου

«Ο χρόνος δεν σήμαινε τίποτα τον καιρό εκείνο…Το μόνο που μετρούσε ήταν το παρόν και το ορατό μέλλον…Συνήθως , αναλαμπές του μέλλοντος έρχονταν σαν ατμομηχανή…Κάποιες φορές , οι αναλαμπές αυτές ερχόντουσαν μέσα από όνειρα ή  από πτήσεις φανταστικών σκέψεων που ψιθύριζαν στο κεφάλι σου- θα γίνω πιλότος, ή πρόεδρος της Νιγηρίας, θα είμαι πλούσιος, θα έχω ελικόπτερα-, γιατί το μέλλον ήταν όπως το πλάθαμε εμείς…Αλλά η μετάθεση του πατέρα  στη Γιόλα άλλαξε την εξίσωση των πραγμάτων. Ο χρόνος, οι εποχές και το παρελθόν άρχισαν να μετράνε, κι εμείς να νοσταλγούμε το παρελθόν αυτό και να το λαχταράμε ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν ή το μέλλον». Σελ. 13 (1, ΨΑΡΑΔΕΣ).  «Οι Ψαράδες», το πρώτο μυθιστόρημα του  Chigozie Obioma  από τη Νιγηρία, αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας στο Άκουρε και τις δραματικές επιπτώσεις που θα έχει στη μοίρα των μελών της,  μια αλλόκοτη προφητεία ενός τρελλού, που προοιωνίζει τον θάνατο του μεγαλύτερου παιδιού της. Τα  τέσσερα αδέρφια, ψαρεύουν στην απαγορευμένη- από τους γονείς τους- περιοχή του ποταμού της πόλης. Ξεφεύγουν από την προσοχή της μητέρας τους η οποία φροντίζει,  παράλληλα με τη δουλειά της, τα δύο μικρότερα αδέρφια τους  και  εκμεταλλεύονται την απουσία του πατέρα τους, δεδομένου ότι εκείνος μετατίθεται,   για λόγους εργασίας, σε άλλη πόλη ως υπάλληλος τραπέζης.  Η αλήθεια των εξορμήσεων στο ποτάμι αποκαλύπτεται, αφού προηγουμένως τα αγόρια συναντήσουν τον τρελλό και ακούσουν με δέος τις επαναλαμβανόμενες,  απειλητικές προβλέψεις του,  πυροδοτώντας την έκρηξη του φόβου του μεγαλύτερου, Ικένα – παράλληλα με εκείνην της εφηβείας του- και οδηγώντας τα γεγονότα στην πράξη του φόνου  που διαπράττεται , ύστερα από έναν καυγά,  από το χέρι του αδελφού του,  Μπότζα. Ο ανήλικος δράστης στη συνέχεια  εξαφανίζεται και  τέλος αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι της αυλής του πατρικού σπιτιού. Τα άλλα δύο παιδιά, ο Ομπέμπε και ο Μπεν, ύστερα από τη διάλυση και την κατάρρευση της  γαλήνης της οικογένειάς τους  και μετά  από πολλές συναισθηματικές διακυμάνσεις  αναλαμβάνουν , πριν φύγουν για τον Καναδά, να εκδικηθούν τον τρελλό Αμπούλου  για τα δεινά  που προκάλεσε με τα λόγια του  στην οικογένειά τους, οδηγώντας στον θάνατο τα αδέλφια τους. Αφού επιχειρήσουν ανεπιτυχώς  να τον εξοντώσουν  με  άλλους τρόπους, τον σκοτώνουν με τα καλάμια του ψαρέματος. Αυτή η πράξη θα πυροδοτήσει νέες εξελίξεις,  που θα οδηγήσουν τον Ομπέμπε στη φυγή από την πόλη και τον Μπεν στη φυλακή,  ύστερα από την καταδίκη του, σε οκτώ χρόνια εγκλεισμού-απομόνωσης .  «Μπέντζαμιν Αζικίουε Άγκβου, …σου επιβάλλω ποινή κάθειρξης οκτώ ετών άνευ δικαιώματος επικοινωνίας με τα μέλη της οικογένειάς σου, έως ότου, όντας σήμερα δέκα ετών, συμπληρώσεις το δέκατο όγδοο έτος της, κατά την κοινωνία, τεκμηριωμένης ηλικιακής ωριμότητας». Σελ. 358 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ο αφηγητής της ιστορίας,  ο Μπεν, ένας από τα  έξι αδέρφια,  ξεδιπλώνει μια ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς του,  που  ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ολοκληρώνει τον κύκλο της,  ως απολογία  στην αίθουσα ενός δικαστηρίου, όταν το βιβλίο εκπνέει  αφηγηματικά   στις τελευταίες σελίδες, επιστρέφοντας  στις αρχικές φράσεις εξιστόρησης.  «ΉΜΑΣΤΑΝ ΨΑΡΑΔΕΣ. Τα αδέλφια μου κι εγώ γίναμε ψαράδες τον Ιανουάριο του 1996, όταν ο πατέρας μας έφυγε  από το Άκουρε, μια πόλη της δυτικής Νιγηρίας, όπου είχαμε ζήσει μαζί όλη μας τη ζωή». Σελ.9 (1, ΨΑΡΑΔΕΣ). «Τότε άφησα τις λέξεις να ξεχυθούν, τη φωνή μου να υψωθεί πάνω από την παγερή σιωπή της δικαστικής αίθουσας, καθώς άρχιζα με τον τρόπο που πάντα ήθελα να αρχίσω. «Ήμασταν ψαράδες. Τα αδέλφια μου κι εγώ γίναμε…» Σελ. 371 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ιστορία ενηλικίωσης πριν καν την ενηλικίωση των ηρώων της, εικόνες ζωής μιας πόλης, στο φόντο  των ιστορικών εξελίξεων  μιας  χώρας, που ακουμπούν με έναν παράδοξο τρόπο και τη ζωή των τεσσάρων  παιδιών- όταν λαμβάνουν μία υποτροφία για τις σπουδές τους-εξαιτίας μιας τυχαίας συνάντησης με τον αρχηγό μιας πολιτικής παράταξης. Περιγραφή του ασταθούς πολιτικού σκηνικού από έμμεσες ενδείξεις, που αφορούν την εικόνα της πραγματικότητας  και με έμφαση στο επί μέρους, που λειτουργεί ως  παράδειγμα, παρουσιάζει τη ζωή στη σταδιακή μεταμόρφωση και  δραματικότητά της. Καταγραφή της  καθημερινής ζωής και των λεπτομερειών της,  με μιαν λεπταίσθητη παρατηρητικότητα, αφηγηματική τεχνική επιβράδυνσης-ωρίμανσης των γεγονότων,  διεισδυτική ψυχογραφική  καταγραφή του φόβου και της αγωνίας που ριζώνει στη ζωή των παιδιών, καθώς  απομακρύνονται-αποκόπτονται σταδιακά μεταξύ τους.  Από την πεισματική απομόνωση και τους διαπληκτισμούς των παιδιών, ως τις προσπάθειες  της μητέρας να τα κρατήσει ενωμένα,  τόσο με απειλές όσο  και με τη βοήθεια της εκκλησίας, καταγράφεται  ένας κόσμος ρεαλιστικός, δεισιδαιμονικός  και παγανιστικός ταυτόχρονα, ο οποίος αποκαλύπτεται στις λέξεις, παροιμίες, φράσεις και διηγήσεις,  μέσω των ιδιωμάτων  Ίγκμπο και Γιορούμπα που ο συγγραφέας επιλέγει ως συμπληρωματική επεξήγηση των λεπτομερειών αφήγησης της ιστορίας του, παράλληλα με τη χρήση της Αγγλικής γλώσσας ως  κώδικα επικοινωνίας.  Πρωτοπρόσωπη καταβύθιση στον χρονικό κύκλο της παιδικής ηλικίας,  από την πλευρά του αφηγητή, που βασίζεται σε μια βιωματική ύλη ζωής, ακονισμένης στην οξύτητα των γεγονότων,  που υπήρξαν η πραγματικότητα της ζωής του, στον μετατοπισμό της ανέμελης παιδικότητας,  με τρόπο βάναυσα πένθιμο και τραγικό. Οι  εσωτερικές εκρήξεις αποτυπώνονται με λεπτομερείς  αναλογίες και ο  ψυχογραφικός ρυθμός υποδηλώνεται με ένταση και αμεσότητα. Γρήγορες, πυκνές  σκέψεις, αναδιηγήσεις, προοικονομία συμπληρωματικών εκδοχών, κοφτοί διάλογοι, καθρεφτίζουν εικόνες ζωής  σε πολύπλευρη, εσωτερική,  πυρετική  αποτύπωση. Η ταφή του Ικένα και η καύση του αυτόχειρα  Μπότζα, καθώς και οι συσσωρευμένες αναμνήσεις  της κοινής ζωής τους, τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, όπως η ασθένεια της μητέρας τους,  αφήνουν έντονα το αποτύπωμά τους στην παιδική ψυχή. Ο χώρος, οι δρόμοι,  τα σπίτια, το σχολείο, τα δόγματα και οι εκκλησίες, τα νεανικά είδωλα,  τα έθιμα,  τα επαγγέλματα, η μουσική, τα βιβλία,  τα φαγητά, οι σχέσεις των ανθρώπων, το ψυχιατρείο, η φυλακή,  οι πολιτικές εξελίξεις και μια αμυδρή αναφορά στο παρελθόν των προγόνων, αποτελούν υλικό που πάνω τους καταγράφεται η καθημερινότητα  ως θλίψη, απώλεια και  θάνατος. Η ανασύνθεση του κόσμου που υπήρξε παιδική ηλικία  του αφηγητή και ο οικογενειακός κύκλος του αίματος,  καταγράφονται με την σύμπραξη όλων των αισθήσεων και με μεγάλη ένταση. Με τρόπο κινηματογραφικό, ο συγγραφέας ψυχογραφεί έναν κόσμο στον οποίο έζησε.  Εικόνες, μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και η αφή,  ως απτή υλική πραγματικότητα γνώσης του κόσμου, επιταχύνουν τη συγκίνηση της  αναγνωστικής εμπειρίας,  οδηγώντας, από το ανοιχτό πλαίσιο έκβασης  της ιστορίας, στην κάθαρση,  μέσω μιας ποικιλότροπης  επίγευσης που αφήνουν τα λογοτεχνικά έργα ως  γενική συνυποδήλωση αμφίσημης, λυτρωτικής  παραμυθίας .  «ΕΓΩ Ο ΜΠΕΝΤΖΑΜΙΝ, ΗΜΟΥΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ. Το εύθραυστο φτερωτό πλάσμα που απολαμβάνει το φως, μα σύντομα χάνει τα φτερά του και πέφτει στο έδαφος. Όταν οι αδελφοί μου, ο Ικένα και ο Μπότζα, πέθαναν, ένιωσα λες και το υφασμάτινο σκέπαστρο που πάντα με προστάτευε σκίστηκε πάνω από το κεφάλι μου,  αλλά όταν το έσκασε ο Ομπέμπε έπεσα από το διάστημα, σαν νυχτοπεταλούδα που τα φτερά της ξεριζώθηκαν από το σώμα της ενώ πετούσε, και έγινα ένα πλάσμα που δεν μπορούσε πλέον να πετάξει, παρά μόνο να συρθεί». Σελ. 343 (17, Η ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ). «…γιατί ήταν ένα απλό σπουργίτι που ζούσε σ’ έναν κόσμο όπου μαίνονταν μαύρες καταιγίδες».Σελ. 189 (9, ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ). «Τότε μια γαλήνη απόκοσμη πρέπει να τον σκέπασε, κάνοντάς τον να καταλαγιάσει, ώσπου απόμεινε νεκρός κι ακίνητος». Σελ. 222 (10, Ο ΜΥΚΗΤΑΣ). «Φύσηξε τον καπνό έξω από το παράθυρο, κι εγώ κοιτούσα με τρόμο το θέαμα του αδελφού μου, μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερου από μένα, να καπνίζει και να κλαίει σαν παιδί». Σελ. 251 (12, ΤΟ ΛΑΓΩΝΙΚΟ). «Όμως, παρότι δεν μιλούσε, κάθε της βλέμμα, κάθε κίνηση του χεριού της έμοιαζε να κλείνει μέσα της χιλιάδες λέξεις». Σελ.346 ( 17, Η ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ). «Η ΕΛΠΙΔΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΓΥΡΙΝΟΣ. Το πλάσμα που έπιανες και έφερνες στο σπίτι μαζί σου σ’ ένα τενεκεδάκι, μα το οποίο , παρότι το κρατούσες στο κατάλληλο νερό, σύντομα πέθαινε. Η ελπίδα του πατέρα  ότι θα μεγαλώναμε και θα γινόμασταν  σπουδαίοι άντρες- ο χάρτης των ονείρων του- σύντομα πέθανε, όσο κι αν την περιφρουρούσε. Η  δική μου ελπίδα ότι τα αδέλφια μου θα ήταν πάντα εκεί, ότι  όλοι θα κάναμε παιδιά και θα φτιάχναμε μια φυλή,  έστω κι αν τη θρέφαμε στα πιο αρχέγονα νερά, επίσης πέθανε».  Σελ. 302 (15, Ο ΓΥΡΙΝΟΣ). «Τι κάνεις,  ρε ηλίθιο!» φώναξε ο Μπότζα.Γίνονται φασαρίες σκοτώνουν ανθρώπους, πάμε σπίτι!». «Παντού υπήρχαν φωτιές και φλεγόμενα αυτοκίνητα, γιατί το Άκουρε κάηκε εκείνη τη μέρα…Η  12η Ιουνίου έγινε μια σκοτεινή ημέρα στην ιστορία της Νιγηρίας…Γίνονταν όλοι σαν μουντζουρωμένα πορτρέτα με μολύβι, σε κάποιο παιδικό βιβλίο ζωγραφικής, που περιμένουν να σβηστούν. Στη ζοφερή εκείνη κατάσταση, η πόλη τραβιόταν προς τα μέσα σαν φοβισμένο σαλιγκάρι. Και με το αχνό λοξοκοίταγμα της αυγής, οι κάτοικοι που είχαν γεννηθεί στον βορρά έφευγαν από την πόλη, τα μαγαζιά έκλειναν και οι πιστοί συγκεντρώνονταν στις εκκλησίες για να προσευχηθούν υπέρ ειρήνης, καθώς ο εύθραυστος γέροντας στον οποίο συχνά μετατρεπόταν το Άκουρε τον μήνα εκείνο περίμενε το πέρασμα της μέρας». Σελ. 151,155, 156,157 (7,  Η ΓΕΡΑΚΑΡΙΣΣΑ). «Δεν φανταζόταν, ούτε κατά διάνοια, ότι το πλοίο του είχε βουλιάξει και ότι ο πλούτος της ζωής του-ο χάρτης των ονείρων του (Ικένα = πιλότος, Μπότζα = δικηγόρος, Ομπέμπε = γιατρός, εγώ = καθηγητής)- είχε χαθεί». Σελ. 335 (16, ΤΑ ΚΟΚΟΡΙΑ). «Έπειτα από τον θάνατο των αδελφών μας, άρχισε να διαβάζει θαρρείς και η ζωή του κρεμόταν απ’ αυτό. Σαν παμφάγο ζώο, αποθήκευε τις  πληροφορίες που συνέλεγε από τα βιβλία στο μυαλό του. Κατόπιν, αφού τις επεξεργαζόταν και τις ψαλίδιζε στα ουσιώδη, τις μετέδιδε σ’ εμένα εν είδει ιστοριών που μου έλεγε κάθε νύχτα προτού κοιμηθούμε…μου είχε μιλήσει για τον Οδυσσέα, τον βασιλιά της Ιθάκης, …χαράζοντας για πάντα στο μυαλό μου εικόνες των θαλασσών του Ποσειδώνα και των αθάνατων θεών». Σελ. 248 (12,  ΤΟ ΛΑΓΩΝΙΚΟ).   «Έκλεισα τα μάτια μου ενόσω διαρκούσε η αναταραχή και έγειρα μες στο σκοτάδι που έκλεινε γύρω μου. Εκεί είδα το περίγραμμα ενός άντρα με σακίδιο να επιστρέφει στο σπίτι ακριβώς όπως είχε φύγει. Είχε σχεδόν φτάσει, σχεδόν τον άγγιζα, όταν ο δικαστής χτύπησε τρεις φορές τη ράβδο του στην έδρα και βρυχήθηκε: «Μπορείς να συνεχίσεις τώρα».  ‘Ανοιξα τα μάτια μου, καθάρισα τον λαιμό μου και άρχισα πάλι από την αρχή». Σελ. 371 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ά.  Μάντζιου

Όλο το άρθρο

Wolfgang Herrndorf ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΓΕΙΑ κριτική Άγγελα Μάντζιου. Μετάφραση Απόστολος Στραγαλινός Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ

Wolfgang  Herrndorf ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΓΕΙΑ κριτική Άγγελα Μάντζιου Μετάφραση : Απόστολος Στραγαλινός Εκδόσεις  ΚΡΙΤΙΚΗ Νεανικό μυθιστόρημα περιπλάνησης στο τοπίο μιας χώρας,  αντισυμβατική φυγή  χωρίς σχέδιο και χάρτες για δύο νεαρούς μαθητές, που,  παρά τις κοινωνικές  αντιθέσεις τους,  ξεκινούν μαζί μια αλλόκοτη εξερεύνηση, την οποία ονομάζουν διακοπές . Από το Βερολίνο και τον αστικό ιστό που περιβάλλει τις ζωές τους,  στο μυστήριο των δρόμων  και στον προορισμό του πουθενά, τη Βλαχία, που προκύπτει ως δέλεαρ φυγής, ως σχέδιο επίσκεψης συγγενών , ως περιπέτεια ανάγνωσης του κόσμου.  “Πήρε μια πολύ σοβαρή έκφραση και ξανασοβάρεψα κι εγώ. «Ξέρω εκατόν πενήντα χώρες με τις πρωτεύουσές τους» είπα και ήπια μια γουλιά από την μπύρα του Τσικ. «Βλαχία δεν υπάρχει»”. Σελ. 111 “«Σοβαρά τώρα, τα πιστεύεις αυτά;» Ο Τσικ ανασηκώθηκε στους αγκώνες και με κοίταξε. «Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι εκεί πάνω; Δεν εννοώ σώνει και καλά έντομα. Αλλά κάτι;» «Δεν ξέρω. Έχω ακούσει πως μπορεί να υπολογιστεί. Είναι εντελώς απίθανο ότι κάτι υπάρχει , αλλά από την άλλη το σύμπαν είναι άπειρο και  ο πολλαπλασιασμός απίθανο  επί άπειρο μας δίνει ένα γινόμενο. Ένα σύνολο πλανητών. Άρα κάτι υπάρχει. Ο δικός μας πλανήτης, ας πούμε, είναι ένας απ’ αυτούς. Και κάπου εκεί πάνω σίγουρα υπάρχουν πλανήτες με γιγάντια έντομα». «Ακριβώς το ίδιο πιστεύω κι εγώ, ακριβώς το ίδιο!» Ο Τσικ ξάπλωσε πάλι ανάσκελα και κοίταζε με ένταση τα αστέρια. «Τρέλα ε;»  «Ναι, τρέλα». «Το θέαμα με συνεπαίρνει». «Μπορείς να το φανταστείς; Τ α έντομα έχουν φυσικά κι αυτά κινηματογράφο και γυρίζουν ταινίες στον πλανήτη τους. Και κάπου, σε κάποιον από τους κινηματογράφους τους, τώρα ακριβώς που μιλάμε, βλέπουν μια ταινία που διαδραματίζεται στη Γη, για δυο αγόρια που κλέβουν ένα αυτοκίνητο»”. Σελ. 137  Ο Τσικ και ο Μάικ, συμμαθητές,  φεύγουν με ένα κλεμμένο Λάντα όταν τελειώνει η σχολική χρονιά και όλοι ετοιμάζονται για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Οι δύο μαθητές της όγδοης τάξης,  ο αστικής καταγωγής,  Μάικ Κλίνγκενμπεργκ ή «πυροβολημένος», όπως τον αποκαλούν οι συμμαθητές του,  και ο νεοφερμένος στην τάξη,  Τσικ Τσιχάτσοφ, Ρωσικής καταγωγής και προβληματικής  συμπεριφοράς, κάνουν παρέα ύστερα από κάποια τυχαία  περιστατικά και   με ένα κλεμμένο αυτοκίνητο, πηγαίνουν στο πάρτυ μιας συμμαθήτριάς τους για να της δώσουν το δώρο του Μάικ, ένα πορτρέτο της Μπιγιονσέ που  το ζωγράφισε με πολύ κόπο και  στη συνέχεια το έσκισε γιατί η Τατιάνα δεν τον κάλεσε στο πάρτυ της. Η επέμβαση του Τσικ θα ανατρέψει το σκηνικό και  οι δύο φίλοι, ύστερα από την  θεαματική παρουσία τους στο πάρτυ,  θα βρεθούν να ταξιδεύουν με το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, σε άγνωστα τοπία και επαρχιακούς δρόμους , αποφεύγοντας την αστυνομία και τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους. Η περιπέτειά τους,  θα λήξει με τον τραυματισμό τους ύστερα από  ένα ατύχημα .  Έτσι ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας, με τον ήρωα-αφηγητή  Μάικ, στο αστυνομικό τμήμα και στη συνέχεια στην κλινική όπου νοσηλεύεται . Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στρέφεται στα γεγονότα της,  μέχρι εκείνη τη στιγμή,  ζωής του, για να ολοκληρώσει η ιστορία τον κύκλο της,  με την εξιστόρηση της περιπέτειας   και τη δικαστική  διαδικασία, την οικογενειακή αντίδραση έως  και την έναρξη της καινούργιας σχολικής χρονιάς, όταν ο ήρωας διαπιστώνει το ενδιαφέρον της Τατιάνας για ό,τι του συνέβη, από τα σημειώματα που αλλάζουν χέρια στη διάρκεια του μαθήματος, μέχρι που πέφτουν στα χέρια του καθηγητή της τάξης. Γραμμένο με ζωηρό ύφος και  την αμεσότητα της  βιωματικής ύλης, ξεδιπλώνει σκηνές που αποκαλύπτουν στον αναγνώστη πτυχές της σύγχρονης, κοινωνικής  ζωής, ιδωμένες από την πλευρά των  νεαρών μελών της. Παρορμητικό, αντισυμβατικό, αλλόκοτο ταξίδι μύησης,  με αφετηρία εκκίνησης την αντίδραση  προς το αδιάφορο οικογενειακό περιβάλλον  και την κοινωνία αντίστοιχα,  για τους επαναστάτες νεαρούς, που ταξιδεύουν ανέμελα οδηγώντας   σαν να παίζουν play station, ανταλλάσσοντας την εμπειρική,  ελλιπή γνώση τους, για ό,τι  έχει πέσει στην αντίληψή τους,  που αφορά τον κόσμο. Οι διάλογοι ακολουθούν αυτό το ύφος της ειρωνικής ζωηρότητας, έτσι όπως καταγράφονται σύντομοι, διφορούμενοι , αυτοπροβάλλοντας το εγωϊστικό σχήμα. Κάποιες σκηνές κρατούν μια ένταση μιμητικής  παραβατικότητας, μιας  αφηγηματικής τεχνικής  που περιστρέφεται γύρω από την καταδίωξη ως δοκιμασία ορίων. Σ’ αυτό το οριακό πλαίσιο κινείται ο ρυθμός της εξιστόρησης, μια λοξή ματιά καταγραφής της πραγματικότητας,  ως έλξη παραβατικότητας . Σχολείο, ταξικότητα, διαφορετικότητα, ηλικίες και συμπεριφορές, τοπία, το ταξίδι ως αφετηρία δυνατών σκέψεων, στο σώμα του μυθιστορήματος –οδοιπορικού στη ζωή.  “  Αλλά  έτσι ήταν αυτά. Έτσι ήταν το κωλοσχολείο , έτσι ήταν τα βρομοκόριτσα και λύση δεν υπήρχε. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα, μέχρι που γνώρισα τον Τσικ. Από τότε και μετά άλλαξαν τα πράγματα. Αυτά θα σας διηγηθώ τώρα”. Σελ. 49 “Σταματήσαμε  μπροστά από μια οξιά τριακοσίων χρονών, που είχε φυτέψει κάποιος Φρειδερίκος ο Μέγας, και ο δάσκαλος μας ρώτησε εάν ήξερε κανείς  τι δέντρο ήταν. Κανένας δεν ήξερε. Εκτός από μένα φυσικά. Αλλά δεν ήμουν τόσο σπασίκλας, ώστε να ομολογήσω  μπροστά σε όλους πως ήξερα ότι ήταν οξιά”. Σελ. 42 “Η θέα θύμιζε καρτ ποστάλ.Στο ψηλότερο σημείο υπήρχε ένας τεράστιος  ξύλινος σταυρός. Από κάτω μια μικρή καλύβα, χαραγμένη παντού με αρχικά και ημερομηνίες…Παμπάλαια γράμματα, σκαλισμένα πάνω σε παμπάλαιο, σκούρο ξύλο…Ο Τσικ έβγαλε το σουγιά από την τσέπη του και άρχισε να σκαλίζει το ξύλο. Όσο λιαζόμασταν, κουβεντιάζαμε και τον παρατηρούσαμε να χαράζει τα αρχικά μας. Σκεφτόμουν ότι σε εκατό χρόνια θα έχουμε πεθάνει…Γι’ αυτό και έλπιζα πως ο Τσικ θα χάραζε στο ξύλο ολόκληρα τα ονόματά μας. Όμως μόνο για έξι γράμματα και δύο αριθμούς χρειάστηκε μια ώρα. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό: ΑΤ ΜΚ ΙΣ 10. «Τώρα όλοι θα νομίζουν πως ζούσαμε το 1910» είπε η Ίζα. «Ή το 1810». «Είναι ωραίο» είπα.  «Κι αν έρθει κάποιος χαβαλές και σκαλίσει μερικά γράμματα ανάμεσα στα αρχικά μας, σχηματίζονται οι λέξεις ΑΤΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 10» είπε η Ίζα «η πασίγνωστη ατομική κρίση του 2010». «Ουφ, βούλωσέ το επιτέλους» έκανε ο Τσικ. Εγώ πάντως το έβρισκα πολύ αστείο”. Σελ.192-193 “«Δεν άκουσες ποτέ για γυροσκοπικές πυξίδες;» «Ναι, αλλά μια γυροσκοπική πυξίδα δεν κάνει γύρους. Δεν είναι σβούρα. Δεν γυρνάει σαν τρελή» είπα στον Τσικ. «Είναι υγρού τύπου. Περιέχει αλκοόλ». «Με δουλεύεις». «Το έχω διαβάσει σε ένα βιβλίο. Ένας αλκοολικός ναύτης σπάει την πυξίδα, ενώ το πλοίο βουλιάζει, και ο προσανατολισμός χάνεται τελείως». « Δεν μου ακούγεται και πολύ επιστημονικό το βιβλίο που διάβασες». «Ναι, αλλά είναι αλήθεια. Νομίζω πως το βιβλίο λεγόταν Ο θαλασσόλυκος ή  ο λύκος των θαλασσών». «Εννοείς Ο λύκος της στέππας. Μιλάει και για  ναρκωτικά. Κάτι τέτοια διαβάζει ο αδερφός μου». «Αυτό είναι συγκρότημα, ρε ανίδεε» είπα. «Λοιπόν, αφού δεν ξέρουμε προς τα πού πέφτει  ο νότος, προτείνω να πάρουμε το χωματόδρομο» είπε ο Τσικ και ξαναφόρεσε το ρολόι του. «Έχει λιγότερα αυτοκίνητα». Όπως πάντα, είχε δίκιο. Σωστή απόφαση. Για διάστημα μιας ώρας δεν πετύχαμε ούτε ένα αυτοκίνητο. Ήμασταν κάπου που δεν υπήρχε ούτε μισό σπίτι στον ορίζοντα. Οι αγροί ήταν γεμάτοι κολοκύθες, μεγάλες σαν μπάλες κινησιοθεραπείας”. Σελ. 123-124 “ Έμεινα σιωπηλός. Στο μάθημα της φυσικής είχαμε μάθει κάποια πράγματα για το ηλεκτρικό ρεύμα. Ότι υπάρχει θετικό και αρνητικό φορτίο, ότι τα ηλεκτρόνια κινούνται μέσα στους αγωγούς, όπως το νερό κ.λπ. όσα ήξερα δεν είχαν προφανώς  καμία απολύτως σχέση  με το ηλεκτρικό σύστημα του Λάντα. Διανομέας, αναφλεκτήρας… Φαίνεται ότι απ’ αυτό το αυτοκίνητο περνούσε τελείως διαφορετικό ρεύμα απ’ ό,τι  από τα καλώδια  του μαθήματος της φυσικής. Ένας παράλληλος κόσμος! Και ίσως ο παράλληλος κόσμος να ήταν η φυσική του σχολείου, γιατί το κόλπο του Τσικ έπιασε και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο”. Σελ. 130-131 “…πού θέλατε να πάτε; «Στη Βλαχία». «Πού είναι αυτό το μέρος;» Με κοιτάζει γεμάτος ενδιαφέρον και νιώθω να κοκκινίζω.. Δεν εμβαθύνουμε άλλο, ευτυχώς. Στο τέλος δίνουμε τα χέρια  σαν ενήλικες και αισθάνομαι χαρούμενος που δεν χρειάστηκε να δοκιμαστούν τα όρια του ιατρικού απόρρητου”. Σελ. 25 “«Και το κορίτσι;  Είναι κι αυτό ερωτευμένο μαζί σου;» Κούνησα το κεφάλι ( για την Τατιάνα) και σήκωσα τους ώμους (για την Ίζα)”. Σελ. 273 “ΚΙ ΕΤΣΙ ΠΕΡΑΣΕ ΕΚΕΙΝΟ  το καλοκαίρι”. Σελ.  258 “…το πιο ωραίο καλοκαίρι της ζωής μου…Ένιωσα τρομερή χαρά γιατί, σύμφωνοι, δεν γίνεται να κρατήσουμε για πάντα  την  αναπνοή μας. Μορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα”. Σελ. 275 ΆΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ

Όλο το άρθρο

ΕΝΥΔΡΕΙΟ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ Βραβείο Νέου Λογοτέχνη «Έναστρον –Κλεψύδρα» 2015 Κριτική Άγγελα Μάντζιου

ΕΝΥΔΡΕΙΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ ΝΟΥΒΕΛΑ  ΚΙΧΛΗ  Ζωηρό  με διάθεση περιπαικτική, αυτο-σαρκαστικό με  ανάλαφρη αίσθηση, κριτικό και με  έκδηλο χιούμορ αυτογνωσίας,  το «Ενυδρείο»,  χαρτογραφεί , στους δρόμους της Αθήνας,   την πόλη  ως παράδειγμα  αναφορικής κρίσης.  Από μια εμμονική παρόρμηση, αναζήτησης, εντοπισμού και  προσέγγισης,  ένας νεαρός άνδρας, ο Παύλος Καρτίνης,   ακολουθεί στους δρόμους της Αθήνας – και σε ποικίλες διαδρομές- γυναίκες διαφορετικών τύπων,  σε μια προσχηματική, με τα κλισέ της υπερβολής,  άδοξη επικοινωνία-παιχνίδι ερωτισμού. Μικρές ιστορίες  στην επινόηση της εικόνας του ενυδρείου,  όταν ο παρατηρητής-αφηγητής  γίνεται αντικείμενο παρατήρησης – τόσο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται όσο και από τον αναγνώστη της ιστορίας- καθώς εξομολογείται, αναδιηγούμενος  σε πρώτο πρόσωπο,  τις ατυχείς προσεγγίσεις του,  που επιχειρεί με έναν παλιομοδίτικο, επίμονα  επαναλαμβανόμενο, τρόπο.  Ροή προφορικότητας, ρυθμός καταιγιστικής αφήγησης ρεαλιστικού τύπου,  που αφήνει,  με ένα κλείσιμο ματιού, στο περιθώριο τη λογοτεχνική περιγραφή, υπονοώντας την σε έμμεσες αναφορές, καθώς  ο παρατηρητής των ιστοριών και στη συνέχεια αφηγητής  τους,  διασχίζει  το τοπίο- σώμα της πόλης. Οι διάλογοι εκτείνονται από την τυπικότητα  αναγνωρίσιμων εκφράσεων,  στη σουρεαλιστική-ειρωνικού τύπου- ανταλλαγή φράσεων αναμέτρησης,  ως την φανταστική επινόηση,  του τι θα μπορούσε να είχε ειπωθεί,  αν ο διάλογος συνεχίζονταν ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και σε άλλο ύφος- τόνο.  «Ξέρετε τι είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο πάνω  σας;» θα την κοιτούσα στα μάτια. «Τι;» θα με ρωτούσε εκείνη. «Οι απαγχονισμένοι σας αστράγαλοι», θα της έλεγα και θα συνεχίζαμε την κουβέντα μας. Σελ. 82  Πίσω από τα ονόματα των οδών της πόλης προβάλλει το σκηνικό κτιρίων και ανθρώπων σε κινούμενες κινηματογραφικές  εικόνες. Ο αφηγητής –παρατηρητής,  αν και εστιάζει σε πρώτο επίπεδο αλλού την προσοχή του, αφήνει ένα φευγαλέο βλέμμα καίριας καταγραφής λεπτομερειών  της εικόνας , χαρτογραφώντας το τοπίο της κρίσης, σε υπαινικτικές αναφορές ταξικότητας στο θέατρο της καθημερινότητας,  στο οποίο ασκείται φλερτάροντας με τις «ομορφιές»,   με έναν μποέμ τρόπο αλλοτινών καιρών,  με μιαν απαισιόδοξη νότα επίγνωσης του σκοτεινού βάθους των πραγμάτων, κάτω από τη νεανική,  σπιρτόζικη ορμητικότητα.  « Με πλημμύρισε ξαφνικά μια απέραντη τρυφερότητα  για όλους μας. Ακροβάτες στο ίδιο τσίρκο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας». Σελ. 121 Ερωτισμός ανάλαφρος, αθώος, μυστηριώδης και σκοτεινός μ’ έναν ενστιχτώδικο τρόπο,  περιγράφεται σε γενικές γραμμές,  γιατί η στόχευση είναι σε άλλα σημεία- θέματα. Ο αναγνώστης οδηγείται σ’ αυτά χωρίς διδακτισμό και έμμεσα κατακτά τη συνολική εικόνα του ρυθμού της κρίσης που πλήττει τους πάντες. Η εικόνα ολοκληρώνεται,  με το όνειρο του κατακλυσμού και της πλεύσης πάνω από τους δρόμους-μνημεία  της πόλης , αφού προηγουμένως  η ομάδα των γυναικών  θα έχει επιτελέσει το έργο της, με την επίσκεψη-εισβολή στο σπίτι του νεαρού αφηγητή και  επίδοξου κατακτητή τους. «Έχασα», σκέφτηκα.  Σελ. 42 «Ξανά το ίδιο όνειρο.Πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον και είμαι πολύ χαρούμενος. Σου πιάνω το χέρι και δεν το τραβάς. Ποιος είναι αυτός ο δρόμος;  Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορώ να διαβάσω το όνομα στην ταμπέλα. Θέλω να σε ρωτήσω  αν μπορείς να ξεχωρίσεις τα γράμματα, αλλά δεν βγαίνει κανένας ήχος  από το στόμα μου. Στο όνειρο της συνάντησης ακούγεται μόνο ο ήχος της βροχής…» Σελ.97 «Σ’ τα λέω όλ’ αυτά για να σου εξηγήσω για ποιο λόγο την 1η του Φλεβάρη περπάτησα την Πατησίων τέσσερις φορές…Με γρήγορο βήμα και μεγάλες δρασκελιές για να ξεδώσω και να βρω πάλι τη δύναμη για το κόλπο με το πορτοφόλι». Σελ. 107 «Η ίδια φράση σε αμέτρητες παραλλαγές. Τζαζ πεζοδρομίου». Σελ. 112 «Τελείωσε ο χρόνος, αγάπη μου,και βαθιά μέσα μου αισθάνομαι θλιμμένος. Δεν κατάφερα να σε βρω , όσο και αν προσπάθησα.Τώρα βρίσκομαι εδώ , στο τέρμα της διαδρομής, και μετρώ πρόσωπα και τόπους. Μη με παρεξηγείς. Το να μιλάς για τόπους και πρόσωπα είναι ένας ακόμα τρόπος  να μιλάς για το χρόνο. Οι δρόμοι της Αθήνας είναι οι δικές μου κλεψύδρες».  Σελ. 150 «Είμαστε, λέει, πιασμένοι χέρι χέρι σ’ ένα δρόμο της Αθήνας και βρέχει καταρρακτωδώς. Επιτέλους, σ’ έχω βρει!». Σελ.152  Άγγελα Μάντζιου

Όλο το άρθρο

Αποτελέσματα Διαγωνισμών Συγγραφής Θεατρικού Έργου που υποβλήθηκαν στους δύο διαγωνισμούς, που προκήρυξε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Αποτελέσματα Διαγωνισμών Συγγραφής Θεατρικού Έργου  Η Επιτροπή Αξιολόγησης των θεατρικών έργων που υποβλήθηκαν στους δύο διαγωνισμούς, που προκήρυξε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αφενός για τη συγγραφή πρωτότυπου θεατρικού έργου εμπνευσμένου από το όλον ή μέρος της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα “Ακυβέρνητες Πολιτείες” και αφετέρου για τη θεατρική μεταφορά του μυθιστορήματος του Νίκου Μπακόλα, “Καταπάτηση”, αφού μελέτησε τα κείμενα, κατέληξε στην εξής διατύπωση της κρίσης της: Η επιτροπή έκρινε ότι κανένα από τα τρία (3) έργα με θέμα τις “Ακυβέρνητες Πολιτείες” και τα επτά (7) έργα με θέμα την “Καταπάτηση”, που υποβλήθηκαν στον Διαγωνισμό δεν διαθέτει την αρτιότητα που θα δικαιολογούσε την απονομή του βραβείου και, συνεπώς, τη σκηνική του παρουσίαση.  Ξεχώρισε, ωστόσο, και θα ήθελε να διακρίνει από τα υπόλοιπα, δύο κείμενα -ένα για τον κάθε διαγωνισμό- με στόχο να ενθαρρύνει τους συγγραφείς να συνεχίσουν την προσπάθειά τους στο πεδίο της θεατρικής συγγραφής: 1. «Η Έξοδος» (Ακυβέρνητες Πολιτείες) του Δημήτρη Καλαβρή, που υποβλήθηκε με το ψευδώνυμο Τ. Μπεληγιάννης Το κείμενο διαθέτει πρωτοτυπία ως προς τη σύλληψη και ευχέρεια  στον χειρισμό του λόγου και στη διαγραφή των χαρακτήρων.  2. «Καταπάτηση: Πρόβες για μία παράσταση» του Αντώνη Γιανακού,  που υποβλήθηκε με το ψευδώνυμο Αγγέλα Κ.  Το κείμενο αξιοποιεί το εύρημα του θεάτρου μέσα στο θέατρο, μεταφέροντας την εξέλιξη της ιστορίας στη σύγχρονη εποχή και εμφανίζοντας ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Η Επιτροπή Αξιολόγησης των θεατρικών κειμένων απαρτίσθηκε από τους: Καρίνα Ιωαννίδου, θεατρική συγγραφέα Μαρία Καραδελόγλου, σκηνογράφο Πέτρο Κοκόζη, θεατρολόγο Νικηφόρο Παπανδρέου, θεατρολόγο, ομ. καθηγητή Α.Π.Θ.

Όλο το άρθρο

Συνεχίζεται ο Βιβλιότοπος της ΔΕΘ με χιλιάδες φθηνά βιβλία για όλους περίπτερο 2 με ελεύθερη είσοδο

Συνεχίζεται ο Βιβλιότοπος  της ΔΕΘ με χιλιάδες φθηνά βιβλία για όλους περίπτερο 2 με ελεύθερη είσοδο Ο Βιβλιότοπος στη ΔΕΘ συνεχίζεται εντός των  εγκαταστάσεων  της στο περίπτερο 2  με μεγάλη προσέλευση του βιβλιόφιλου κοινού από τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές του νομού,  απέναντι ακριβώς από το ΑΠΘ στη βόρεια πύλη  με δωρεάν είσοδο για […]

Όλο το άρθρο

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΧΑΡΙΛΑΟΥ

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΧΑΡΙΛΑΟΥ           Την Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015, στις 19:00, θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση του βιβλίου με τίτλο: «Τα Κέντρα Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού (ΚΕ.ΣΥ.Π) και ο ρόλος των συμβούλων στην επιλογή επαγγέλματος». Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη Χαριλάου Νικάνορος 3 & Στ. Νούκα Τηλ. 2310 324666 Για το […]

Όλο το άρθρο

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ Μ.Α.Ζ.Ι.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ Μ.Α.Ζ.Ι. Στη Θεσσαλονίκη θα παραβρεθεί η αγαπημένη συγγραφέας Αλκυόνη Παπαδάκη για την εκδήλωση του Κοινωνικού Παντοπωλείου Μ.Α.Ζ.Ι. Η συγγραφέας, γνωστή για την κοινωνική της ευαισθησία, γράφει για το κοινωνικό παντοπωλείο. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015 στο Bistrot La Place Mignonne (Εθνικής Αμύνης 4),8μμ […]

Όλο το άρθρο