Ο ΝΕΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΗΣ ΒΑΤΑΝΙΔΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ «ΧΡΥΣΑ» ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ»

ΔΙΑΦΟΡΑ
Ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον φυσικό
του κόσμο, να επανασυνδεθεί με τα απλά πράγματα και την παράδοση τού
καθημερινού βίου
Ο ΝΕΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΗΣ ΒΑΤΑΝΙΔΗΣ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ
«ΧΡΥΣΑ»
ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ»
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΛΦΑ


Η αίθουσα τέχνης «Χρύσα», μοναδική όαση υψηλού
πολιτισμού σε ό,τι αφορά τα εικαστικά τής πόλης μας, εδώ και σχεδόν ένα τέταρτο
του αιώνα, μάς προσφέρει μια πλούσια γκάμα ανθρωποκεντρικών έργων που φέρουν
την υπογραφή ενός ευσυγκίνητου, παθιασμένου με τον περιβάλλοντα κόσμο και
quasi
αυτοδίδακτου ζωγράφου, του Στάθη Βατανίδη.
Δεν ξέρω αν φταίει η μικρασιατική καταγωγή τού
ζωγράφου, πάντως ο κόσμος του Βατανίδη κομίζει μετωνυμικά όσα και το επίθετό
του (βατάν σημαίνει πατρίδα στην τουρκική γλώσσα). Υπάρχει στον Βατανίδη μια νοσταλγία
για τις χαμένες πατρίδες του ανθρώπου, μια υπέρλογη αγάπη για τη ρίζα, τον
κοινωνικό δεσμό, τη φύση, τον κατοικημένο χώρο, κι αυτό τον φέρνει κοντά σε ένα
όραμα νεορομαντικού προσανατολισμού.
Τα ίχνη της πατρίδας όμως δεν ταυτίζονται με συγκεκριμένους
τόπους (συγκεκριμένες πόλεις, συγκεκριμένα βουνά ή θάλασσες) αλλά με την
ολότητα ενός σύμπαντος το κέντρο του οποίου είναι ο άνθρωπος. Με αδρές πινελιές
και ζεστά χρώματα ο Βατανίδης μάς δείχνει χορταστικές, αλά Μποτέρο, ανθρώπινες
μορφές (άντρες, γυναίκες και παιδιά) με συμπάθεια, αγάπη και κατανόηση: γυναίκες
που χαίρονται την βόλτα τους μ’  ένα
ποδήλατο (μακρινή ανάμνηση της ποδηλάτισσας του Ελύτη), που φροντίζουν ευλαβικά
ένα μικρό δέντρο, που σεργιανούν στη θάλασσα ή ταξιδεύουν με το σώμα και το
μυαλό στην πόλη,  ψαράδες που γεμίζουν με
λατρεία τα δίχτυα τους κοιτάζοντας με συγκρατημένη θέρμη τον θεατή, κι έχοντας
μιαν έξαρση στο σώμα.
Γράφοντας τη λέξη έξαρση δεν γίνεται να μη μιλήσει
κανείς και για μια περίεργη θρησκευτικότητα που διακρίνει κανείς στον ζωγραφικό
κόσμο του καλλιτέχνη: δεν είναι φυσικά η παρουσία π.χ. ενός τρούλου στον καμβά
ή μια ομάδα απλών ψαράδων (σύμβολο όχι μόνο ενός θρησκευτικού δόγματος ή μιας
διδασκαλίας τού απλώς ζην αλλά και σύμβολο ευφορίας, πλούτου και αυτάρκειας τού
ανθρώπου), όσο η αίσθηση μιας διάστασης συμπαντικής χαράς και αγάπης, μια
ιδιαίτερα οξυμμένη ματιά που βλέπει τον κόσμο, τα κτίσματα και τον άνθρωπο σαν
κάτι αρχέγονα ιερό, άξιο να γίνει αντικείμενο προσκυνήματος, σεβασμού, θείας
ανάτασης (δάνειο γόνιμο από τον κόσμο τής βυζαντινής εικονογραφίας).
Η πόλη για τον Βατανίδη δεν είναι η στεγνή οικονομική
λειτουργία της ούτε ο τυπικός κοινωνιολογικός της λαβύρινθος. Πόλη είναι τα
τρυφερά καφέ, αυτοί οι θαυμάσιοι χώροι κοινωνικής συνάντησης αλλά και ατομικής
περισυλλογής, πόλη σημαίνει ακόμη διαφυγή, μικρές αποδράσεις για να
συναντήσουμε το πανταχού παρόν πράσινο ή τη θάλασσα όπου επιχωριάζουν λουόμενοι
και λουόμενες σε πόζες στοχαστικές επί ποδηλάτων. Η καθημερινή ζωή στην πόλη
συνδέεται για τον Βατανίδη και με τους τρόπους της μοντέρνας αναπόλησης και
φαντασίας όπως είναι ο κινηματογράφος/τα σινεμά.  Την πόλη κατοικούν καθημερινοί άνθρωποι,
απλοί, γεμάτοι σφρίγος και ζωντάνια, μαζί με τα σύνεργα της ζωής μας (τρενάκια,
καπέλα, διαβάσεις δρόμων, αναβαθμοί και κλίμακες, κίονες και σκεπές σπιτιών).
Στην πόλη του Βατανίδη εγκαταβιώνουν αγαπημένες
φιγούρες ερωτευμένων (τι είναι άλλωστε η πόλη αν όχι το καταφύγιο των απανταχού
ερωτευμένων;), σώματα που αγκαλιάζονται γιατί ίσως αυτό που μένει και διαρκεί
είναι ο έρωτας για τον άλλον, η δωρεά του σώματος, αυτή η παλαιότατη άναρχη
επιθυμία να κατακτήσεις το σώμα του άλλου προκειμένου να ολοκληρωθείς εσύ ο
ίδιος, ο έρωτας λοιπόν ως κατάργηση του εγωισμού και της χυδαίας ατομικότητας.
Δεν είναι τυχαίο που σε κριτικό σημείωμά
του ο Στέλιος Λυδάκης θα γράψει πως ο Στάθης Βατανίδης «έχει τόσα πολλά να πει
για τον άνθρωπο και την καθημερινότητά του που ολοένα επανέρχεται σ’ αυτόν και
τις ενέργειές του, τα παιχνίδια, τα πάθη του, τη μοναξιά του». Όπως επίσης δεν
είναι τυχαίο αυτό που εύστοχα επισημαίνει και ο Μάνος Στεφανίδης, το ότι δηλαδή
μέσα από τις εικόνες του ο Βατανίδης «αφηγείται ιστορίες που ίσως κάποτε να
γίνουν πραγματικότητα».
Ακόμη κι αν πρόκειται για ιστορίες μιας
χαμένης ίσως επικοινωνίας (γιατί είναι αλήθεια ότι το ολόδροσο
πράσινο και τα ευεργετικά δέντρα λείπουν από τις πόλεις μας), οι ιστορίες
αγάπης και κατάνυξης μάς συντροφεύουν, όπως μάς συντροφεύουν και οι ιστορίες
μιας πόλης που περιμένει να κατοικηθεί από αληθινά χαρισματικούς ανθρώπους.
Στον Βατανίδη, λοιπόν, χρωστάμε αυτό το παυσίλυπο μήνυμα και του ευχόμαστε να
συνεχίσει να αφηγείται ιστορίες ακριβώς γιατί αυτές οι ιστορίες μιας
ανεπίληπτης καθημερινότητας αξίζει να γίνουν κάποτε πραγματικότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *