16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΕΙΣ / ΒΙΟΣ ΚΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΤΟΡΙΣ ΠΕΪΝ / ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΨΩΜΙ / ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ

ΔΙΑΦΟΡΑ
16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης –
Εικόνες του 21ου Αιώνα
14-23 Μαρτίου 2014
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΤΥΠΟΥ
ΚΑΛΥΤΕΡΑ
ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΕΙΣ / ΒΙΟΣ ΚΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΤΟΡΙΣ ΠΕΪΝ
/ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΨΩΜΙ / ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Συνέντευξη
Τύπου παραχώρησαν το Σάββατο 22 Μαρτίου 2014, στο πλαίσιο του 16ου Φεστιβάλ
Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, οι σκηνοθέτες Μούνα Στούαρτ (Καλύτερα να βουτήξεις), Καρίν Έκμπεργκ (Ένας χωρισμός), Μάθιου Ποντ (Βίος
κι εγκλήματα της Ντόρις Πέιν
) και Τόνισλαβ Χρίστοφ (Ιστορίες με ψυχή και ψωμί).
Στο
ντοκιμαντέρ Βίος κι εγκλήματα της Ντόρις
Πέιν
πρωταγωνιστεί η Ντόρις Πέιν, μια φτωχή, ανύπαντρη Αφροαμερικανίδα
μητέρα στην Αμερική του ‘50, η οποία κατέληξε να γίνει μία από τις πλέον
διαβόητες κλέφτρες κοσμημάτων. Ο σκηνοθέτης Μάθιου Ποντ (συνυπογράφει το φιλμ
με τον Κερκ Μαρκολίνα) μίλησε για την ταινία: «Πρωτοδιάβασα για την ηρωίδα αυτή
σε δημοσίευμα εφημερίδας κι αυτό μου έδωσε την ιδέα να κάνω το ντοκιμαντέρ.
Πήγα στη φυλακή όπου η Ντόρις Πέιν κρατούνταν για κάποιο αδίκημα και τη
συνάντησα. Τελικά, έφτασα να τη συναντώ μία φορά την εβδομάδα για μήνες και
σταδιακά αναπτύχθηκε ανάμεσά μας μία φιλική σχέση. Όταν αποφυλακίστηκε, την
ακολουθήσαμε με την κάμερα για ένα χρόνο. Στο μεταξύ, πέρασε από δίκη για την
κλοπή ενός διαμαντιού στο Σαν Ντιέγκο και βρεθήκαμε εκεί με συνεργείο
καλύπτοντας το γεγονός». Ένα από τα στοιχεία που κάνουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα
την Ντόρις Πέιν, σύμφωνα με τον κ. Ποντ, είναι το ταλέντο της να μεταμφιέζεται,
καθώς «αλλάζει ρούχα και μακιγιάζ και γίνεται ουσιαστικά ένα άλλο πρόσωπο». Ο
δημιουργός δεν παρέλειψε να σχολιάσει για την ηρωίδα του: «Ο λόγος που
επιλέξαμε να κάνουμε αυτή την ταινία είναι ότι μοιάζει με ένα feelgood φιλμ
μυστηρίου, χωρίς όπλα και αίμα. Η γυναίκα αυτή γεννήθηκε στην Αμερική, σε μία
κοινωνία που χαρακτηριζόταν από τον φυλετικό διαχωρισμό και βρέθηκε στην Ευρώπη,
όπου είχε την ευκαιρία να κάνει παρέα με πάμπλουτους στο Μόντε Κάρλο εξαιτίας
της δράσης της. Από την άλλη, δεν παύει να είναι μία επαγγελματίας κλέφτρα και
αυτός ο συνδυασμός καλού – κακού ήταν κάτι που με ενδιέφερε πολύ».
Προσωπικό
χαρακτήρα έχει η ταινία Ένας χωρισμός
της Κάριν Έκμπεργκ, καθώς η σκηνοθέτιδα καταγράφει μια ιστορία του στενού της
οικογενειακού περίγυρου: το διαζύγιο των γονιών της. Πρόκειται για ένα
κωμικοτραγικό ντοκιμαντέρ, που διερευνά τις τελευταίες πράξεις ενός πολυετούς
γάμου. «Θα ήταν αδύνατο να γυρίσει κάποιος άλλος αυτή την ταινία με τον ίδιο
τρόπο», τόνισε η κ. Έκμπεργκ. Η ίδια πρόσθεσε: «Θεωρώ ότι ο συνδυασμός του ότι
ήμουν ταυτόχρονα η κινηματογραφίστρια και η κόρη των ηρώων της ταινίας, είναι
αυτό που έκανε τη διαφορά. Στην αρχή κανείς δεν είχε καταλάβει ότι θα έκανα
ντοκιμαντέρ. Όχι ότι τους ξεγέλασα. Απλώς μπήκα στο σπίτι και έμαθα ότι η
μητέρα μου μετά από 38 χρόνια γάμου ήθελε διαζύγιο. Και παράλληλα, έμαθα ότι το
σπίτι όπου ζούσαμε τόσα χρόνια θα ξενοικιαζόταν μέσα σε τρεις μήνες. Μέσα σ’
αυτούς τους τρεις μήνες διαπίστωσα ότι κάθε σπίτι είναι κι ένα μελαγχολικό
χάος. Προσπάθησα να συλλάβω με την κάμερα αυτό το χάος ανοίγοντας ντουλάπια,
ψάχνοντας στη σοφίτα, εντοπίζοντας παμπάλαια μωρουδιακά ρούχα. Συνέχισα τα
γυρίσματα και μετά τους τρεις μήνες, όταν δηλαδή οι γονείς μου μετακόμισαν σε
νέο σπίτι ο καθένας, και παρακολούθησα τα νέα γεγονότα που εκτυλίσσονταν. Ένα
χρόνο αργότερα, όταν είδα το υλικό που είχα τραβήξει με την κάμερα, κατάλαβα
ότι έπρεπε να κάνω μία ταινία». Σύμφωνα με τη σκηνοθέτιδα, η ταινία, παρόλο που
καταγράφει ένα τέλος, δηλαδή το διαζύγιο, δεν είναι θλιβερή. «Υπάρχει ευτυχές
τέλος και για τους δύο ήρωες που ξεκινούν μία νέα ζωή. Στο τέλος φαίνεται να
έχουν ξανανιώσει, έχουν αποκτήσει νέα ενδιαφέροντα», εξήγησε, συμπληρώνοντας: «Τελικά,
πιστεύω ότι αυτή η ταινία δεν έχει να κάνει με το πώς βρίσκεις την αγάπη, αλλά
τον εαυτό σου».
Σε
ένα διαφορετικό μέρος του κόσμου, την πόλη Άκα στα παράλια του βόρειου Ισραήλ,
ταξιδεύει τον θεατή το ντοκιμαντέρ Καλύτερα
είναι να βουτήξεις
των Πάτρικ Στούαρτ, Μούνα Στούαρτ και Τζίνα Αντζελόουν.
Η Μούνα Στούαρτ, που ήταν παρούσα στη συνέντευξη Τύπου, μίλησε για την ταινία: «Η
πόλη της Άκα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Εκεί ζουν Άραβες που είναι
χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι. Πήγαμε στην Άκα οικογενειακώς για
διακοπές και εντυπωσιαστήκαμε τόσο πολύ από αυτά που είδαμε εκεί, ώστε αποφασίσαμε
να κάνουμε την ταινία. Συγκεντρώσαμε πολύ υλικό, αποφασίσαμε όμως να
επικεντρωθούμε στους ντόπιους, που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από
οικονομική και μορφωτική άποψη, σε σύγκριση με τους Εβραίους. Υπάρχει μία ζωηρή
καλλιτεχνική κοινότητα εκεί, οι κάτοικοι είναι ανοιχτοί, φιλόξενοι και πρόθυμοι
να σου ανοίξουν την πόρτα και να σου μιλήσουν, πράγμα που θέλαμε να δείξουμε
μέσα από την ταινία». Καθώς οι οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις αλλάζουν,
οι ντόπιοι αναγκάζονται να φύγουν από την Άκα. Με αφορμή αυτό το γεγονός, η
δημιουργός δήλωσε: «Πιστεύω ότι ο εκτοπισμός αυτός δεν είναι τυχαίος, είναι
σχεδιασμένος. Παρότι δεν το λέει κανείς ανοιχτά, ο κόσμος εκεί δέχεται πιέσεις
για να εγκαταλείψει την πόλη. Έρχεται κάποιος και σου δίνει χρήματα για να του
πουλήσεις το σπίτι σου, τη στιγμή που εσύ δεν μπορείς να πληρώσεις ούτε τους
λογαριασμούς σου. Τι άλλο να κάνεις παρά να το δεχτείς και να φύγεις;». Ένα από
τα γοητευτικά στοιχεία της πόλης είναι τα παλαιά της τείχη που απλώνονται σε
μεγάλο μήκος, πάνω στη θάλασσα. Από τα τείχη αυτά κάνουν βουτιά στο νερό πολλά
παιδιά της Άκα. «Καταγράφοντας αυτές τις βουτιές στην ταινία, θελήσαμε να
δείξουμε το πείσμα αυτών των ανθρώπων να συνεχίσουν και να μη χάσουν την
αισιοδοξία τους παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν», επισήμανε η κ. Στούαρτ.
Στη
Σατόφτσα, ένα χωριό της γειτονικής Βουλγαρίας, διαδραματίζεται η ταινία Ιστορίες με ψυχή και ψωμί του Τόνισλαβ
Χρίστοφ. Στη μικρή αυτή κοινότητα συνυπάρχουν κάτοικοι διαφορετικών εθνικοτήτων
και θρησκευμάτων: ορθόδοξοι Βούλγαροι, μουσουλμάνοι Τούρκοι, Πομάκοι και
ευαγγελιστές Τσιγγάνοι. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν διχασμένοι λόγω του παρελθόντος
τους, που ήταν γεμάτο συγκρούσεις, αλλά τώρα πια έχουν βρει έναν απλό τρόπο να
πλησιάσουν ο ένας τον άλλο: το φαγητό. Ο Τόνισλαβ Χρίστοφ, Βούλγαρος στην
καταγωγή, που ζει εδώ και χρόνια στη Φιλανδία, αναφέρθηκε στη σημασία του
φαγητού ως συνδετικού κρίκου ανάμεσα σε τόσο ανόμοιους από πολλές απόψεις
ανθρώπους: «Το φαγητό συνδέεται με τις ρίζες μου στη Βουλγαρία. Οι παππούδες
μου έφτασαν να ζουν ως τα ογδόντα τους χρόνια τρώγοντας κυρίως γιαούρτι και
τυρί, κάτι που συνηθίζετε κι εσείς στην Ελλάδα. Στην ταινία υπάρχουν ουσιαστικά
τρία κομμάτια: το παρελθόν του κομμουνισμού και των συγκρούσεων, το παρόν,
καθώς και το μέλλον με την ανησυχία για τα παιδιά που φεύγουν από τη χώρα.
Προσπαθώ να δείξω στον κόσμο σε τι οδηγεί η σημερινή κατάσταση: το χωριό
σταδιακά θα ερημώσει». Για τον σκηνοθέτη, το πνεύμα συνύπαρξης των κατοίκων του
χωριού που καταγράφεται στο ντοκιμαντέρ, είναι ένα πολύ δυνατό στοιχείο. Ο
ίδιος εξήγησε: «Πιστεύω ότι το μοντέλο αυτό έχει τη δυνατότητα να εξαπλωθεί και
εκτός των βουλγαρικών συνόρων, μπορεί να αποτελέσει ένα κοινωνικό πρότυπο για
ένα καλύτερο μέλλον». Τα γυρίσματα κράτησαν τρεις εβδομάδες, οι οποίες άφησαν
τα ίχνη τους και πάνω στον ίδιο τον σκηνοθέτη: «Μέσα στο διάστημα αυτό πήρα
οκτώ κιλά από το πολύ φαγητό, ήταν μία τρέλα όλο αυτό», είπε ο ίδιος χαριτολογώντας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *