ΛΑ ΠΟΥΠΕ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ
ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΥΛΑΙΑ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ
Λα Πουπέ- θέατρο Αυλαία
Β. Χατζηγιαννίδης
Σκηνοθεσία- Ερμηνεία Ά. Κοκκίνου
Η Ρίκα. Μία μεγάλη κούκλα που έμεινε μικρή. Μία ηθοποιός που
εισέρχεται στη σκηνή του θεάτρου υπογραμμίζοντας υπαινικτικά και με κωμικότητα
ένα συμβάν πίσω από την τεχνική του έργου υποστήριξη-έναν τσακωμό δύο τεχνικών
του θεάτρου- αλλά και το μπερδεμένο κουβάρι των παραστάσεων που θα ακολουθήσουν,
σε κωμική προοικονομία προαναγγελίας του επόμενου έργου. Μια ανακοίνωση της
ίδιας ότι είναι άσχετη με το θέατρο κι έχει έρθει για άλλη δουλειά εδώ- για να
ράψει ένα φόρεμα για μια κούκλα που θα παίξει στο θέατρο παρέα με μια γυναίκα
που έχει έναν εγγαστρίμυθο ρόλο.
εισέρχεται στη σκηνή του θεάτρου υπογραμμίζοντας υπαινικτικά και με κωμικότητα
ένα συμβάν πίσω από την τεχνική του έργου υποστήριξη-έναν τσακωμό δύο τεχνικών
του θεάτρου- αλλά και το μπερδεμένο κουβάρι των παραστάσεων που θα ακολουθήσουν,
σε κωμική προοικονομία προαναγγελίας του επόμενου έργου. Μια ανακοίνωση της
ίδιας ότι είναι άσχετη με το θέατρο κι έχει έρθει για άλλη δουλειά εδώ- για να
ράψει ένα φόρεμα για μια κούκλα που θα παίξει στο θέατρο παρέα με μια γυναίκα
που έχει έναν εγγαστρίμυθο ρόλο.
Το έργο ξεκινάει με την αφήγηση ενός τσακωμού και με
αναδιήγηση ενός ψευδοδιαλόγου που εξελίσσει μια ιστορία στην οποία εμπλέκονται
έμμεσα τα άλλα πρόσωπα που περιβάλλουν
τη Ρίκα.
αναδιήγηση ενός ψευδοδιαλόγου που εξελίσσει μια ιστορία στην οποία εμπλέκονται
έμμεσα τα άλλα πρόσωπα που περιβάλλουν
τη Ρίκα.
Μονόλογος μιας μεσήλικης γυναίκας που φτιάχνει φορέματα για
κούκλες και για μικρά κοριτσάκια, μια εξομολόγηση-θεωρία ζωής, μια σύντομη
εξιστόρηση καταστάσεων που αφορούν μια μοναχική ύπαρξη. Προφορικότητα ενός
κειμένου που μιλάει για το ασήμαντο, το κωμικοτραγικό της ύπαρξης, τη ζωή στο αστικό
περιβάλλον και στην πολυκατοικία, τις σχέσεις των ανθρώπων. Ακόμη αναπτύσσει
μια γραμμή σκέψης για θέματα όπως το μίσος, η μοναξιά, ο θάνατος, η
επικοινωνία, οι εσωτερικές φωνές αλλά και οι οικογενειακές σχέσεις, οι
αναμνήσεις, οι συναντήσεις με πρόσωπα, η απελευθέρωση της καταπιεσμένης
έκφρασης σε άκαιρο χρόνο.
κούκλες και για μικρά κοριτσάκια, μια εξομολόγηση-θεωρία ζωής, μια σύντομη
εξιστόρηση καταστάσεων που αφορούν μια μοναχική ύπαρξη. Προφορικότητα ενός
κειμένου που μιλάει για το ασήμαντο, το κωμικοτραγικό της ύπαρξης, τη ζωή στο αστικό
περιβάλλον και στην πολυκατοικία, τις σχέσεις των ανθρώπων. Ακόμη αναπτύσσει
μια γραμμή σκέψης για θέματα όπως το μίσος, η μοναξιά, ο θάνατος, η
επικοινωνία, οι εσωτερικές φωνές αλλά και οι οικογενειακές σχέσεις, οι
αναμνήσεις, οι συναντήσεις με πρόσωπα, η απελευθέρωση της καταπιεσμένης
έκφρασης σε άκαιρο χρόνο.
Κείμενο με εσωτερικό ρυθμό και δυναμική συνειρμική ρυθμική
ροή μιας προφορικότητας κατά βάθος λαϊκής. Η ηθοποιός και σκηνοθέτις της
παράστασης κ. Ά. Κοκκίνου, αξιοποίησε με πολύ λεπταίσθητο και υπαινικτικό τρόπο
τα στοιχεία αυτά, σε μια ερμηνεία πλαστική και πολυεπίπεδη όπου το κωμικό και
το δραματικό στοιχείο, ο στοχασμός σε μια απλοϊκή εκδοχή- ενός τραγικού βάθους
που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη- φωτίστηκε θεατρικά σχεδόν χωρίς προσποίηση, σε
έναν χώρο με ελάχιστα αντικείμενα. Η ερμηνεία της, με τεχνικές αφηγηματικής
επιβράδυνσης, ψευδοδιαλόγου, επανάληψης φράσεων που διακόπτονταν εσκεμμένα,
έδωσε υπόσταση πειστική στην κούκλα που υποδύθηκε και στον μίτο της ιστορίας
της. Η υποκριτική της δεινότητα και το ταλέντο της- με τον τρόπο μιας σοφής και
έμπειρης παραμυθούς, άγγιξε με αμεσότητα τον θεατή στη θεατρική ατμόσφαιρα που
έπλασε με τρόπο αέρινο αξιοποιώντας ακόμη και το λάθος με φυσικότητα και όλο το
χώρο της σκηνής με δράση. Η πλαστική
εκφορά του λόγου, η μελετημένη κίνηση, η
αμφίεση, ανέδειξαν το ρεύμα των συνειρμικών σκέψεων σε πολύ ενδιαφέρον
αποτέλεσμα.
ροή μιας προφορικότητας κατά βάθος λαϊκής. Η ηθοποιός και σκηνοθέτις της
παράστασης κ. Ά. Κοκκίνου, αξιοποίησε με πολύ λεπταίσθητο και υπαινικτικό τρόπο
τα στοιχεία αυτά, σε μια ερμηνεία πλαστική και πολυεπίπεδη όπου το κωμικό και
το δραματικό στοιχείο, ο στοχασμός σε μια απλοϊκή εκδοχή- ενός τραγικού βάθους
που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη- φωτίστηκε θεατρικά σχεδόν χωρίς προσποίηση, σε
έναν χώρο με ελάχιστα αντικείμενα. Η ερμηνεία της, με τεχνικές αφηγηματικής
επιβράδυνσης, ψευδοδιαλόγου, επανάληψης φράσεων που διακόπτονταν εσκεμμένα,
έδωσε υπόσταση πειστική στην κούκλα που υποδύθηκε και στον μίτο της ιστορίας
της. Η υποκριτική της δεινότητα και το ταλέντο της- με τον τρόπο μιας σοφής και
έμπειρης παραμυθούς, άγγιξε με αμεσότητα τον θεατή στη θεατρική ατμόσφαιρα που
έπλασε με τρόπο αέρινο αξιοποιώντας ακόμη και το λάθος με φυσικότητα και όλο το
χώρο της σκηνής με δράση. Η πλαστική
εκφορά του λόγου, η μελετημένη κίνηση, η
αμφίεση, ανέδειξαν το ρεύμα των συνειρμικών σκέψεων σε πολύ ενδιαφέρον
αποτέλεσμα.
Ο τρόπος που
τραγούδησε τα τραγούδια, ως την απελευθέρωση μιας καταπιεσμένης έκφρασης, ως το
υποσυνείδητο δράμα μιας παιδικής ηλικίας, ως το ασυνείδητο όνειρο μιας έκφρασης
ατομικής, αποκάλυψε μια πειθαρχημένη και συνεχή εξάσκηση όλων των δυνάμεων
σωματικών και πνευματικών και μια παρατηρητικότητα αναπαράστασης στην
καλλιτεχνική αναγωγή. Σπουδαία ηθοποιός που σκηνοθέτησε τον εαυτό της ως
κούκλας, ενός κειμένου που αν και δεν ήταν πολύ δυνατό στο νοηματικό του υπόβαθρο
ήταν γραμμένο με τη θεατρικότητα του καθημερινού και με την ευαίσθητη ματιά
ενός συγγραφέα που βλέπει πίσω από το ασήμαντο πρόσωπο. Αυτό υπέδειξαν και τα
αντικείμενα της σκηνής φώτα μεταφερόμενα ως σπιτάκια χρωματιστά ή και φανάρια
δρόμων, κουτιά που το ένα αποκάλυπτε και περιείχε άλλο, σε ένα εσωτερικό
ξεφλούδισμα σκέψεων μιας ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης που κινείται σε έναν σύγχρονο
κόσμο.
τραγούδησε τα τραγούδια, ως την απελευθέρωση μιας καταπιεσμένης έκφρασης, ως το
υποσυνείδητο δράμα μιας παιδικής ηλικίας, ως το ασυνείδητο όνειρο μιας έκφρασης
ατομικής, αποκάλυψε μια πειθαρχημένη και συνεχή εξάσκηση όλων των δυνάμεων
σωματικών και πνευματικών και μια παρατηρητικότητα αναπαράστασης στην
καλλιτεχνική αναγωγή. Σπουδαία ηθοποιός που σκηνοθέτησε τον εαυτό της ως
κούκλας, ενός κειμένου που αν και δεν ήταν πολύ δυνατό στο νοηματικό του υπόβαθρο
ήταν γραμμένο με τη θεατρικότητα του καθημερινού και με την ευαίσθητη ματιά
ενός συγγραφέα που βλέπει πίσω από το ασήμαντο πρόσωπο. Αυτό υπέδειξαν και τα
αντικείμενα της σκηνής φώτα μεταφερόμενα ως σπιτάκια χρωματιστά ή και φανάρια
δρόμων, κουτιά που το ένα αποκάλυπτε και περιείχε άλλο, σε ένα εσωτερικό
ξεφλούδισμα σκέψεων μιας ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης που κινείται σε έναν σύγχρονο
κόσμο.
Η μουσική της παράστασης κάπως αδιάφορη σε συνδυασμό με την
απλοϊκότητα των στίχων έδωσε μια τραγικοκωμική αίσθηση στον ασήμαντο κύκλο της
ζωής μιας γυναίκας –παιδί, μιας κούκλας που μιλάει ως ρόλος στη σκηνή του
θεάτρου.
απλοϊκότητα των στίχων έδωσε μια τραγικοκωμική αίσθηση στον ασήμαντο κύκλο της
ζωής μιας γυναίκας –παιδί, μιας κούκλας που μιλάει ως ρόλος στη σκηνή του
θεάτρου.
«Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που είναι εκδικητικοί, δεν τους
αγαπώ. Μόνο τους τρυφερούς…»
αγαπώ. Μόνο τους τρυφερούς…»
«Σκέφτομαι καμμιά φορά πόσο σκληρό θα είναι για ένα πλάσμα
που ζει ολάκερη τη ζωή του μέσα σε
κείμενα και λόγια, μέσα σε χιλιάδες λέξεις, να βρεθεί από τη μια στιγμή
στην άλλη στην απόλυτη σιωπή. Στην απόλυτη μουγγαμάρα».
που ζει ολάκερη τη ζωή του μέσα σε
κείμενα και λόγια, μέσα σε χιλιάδες λέξεις, να βρεθεί από τη μια στιγμή
στην άλλη στην απόλυτη σιωπή. Στην απόλυτη μουγγαμάρα».
«Αλλά πώς να κλείσεις την πόρτα σου σε μια μοναχική ψυχή».
Θέατρο Σφενδόνη
Σκηνοθεσία- Ερμηνεία Ά. Κοκκίνου
Σκηνικά- Φωτισμοί Ν. Αλεξίου
Κοστούμια Χ. Μαθέα
Μουσική Στ. Γαδέδη
Χορογραφία Μ. Νέστορα
Βοηθός σκηνοθέτη Δ. Καντάς.
Άγγελα Μάντζιου

