Ο Νικόλας και η Χρύσα παντρεύονται. Νέοι και ωραίοι ανοίγουν την αυλαία για να δουν την Ευτυχία να πρωταγωνιστεί στη σκηνή χαμογελώντας τους. Η ζήλια, όμως, καιροφυλακτεί για να χτυπήσει την επιθυμία τους για το απρόσιτο. Έτσι ο Νικόλας, έρμαιο του πάθους του για τη Χρύσα και λαβωμένος απ’ τις κρυφές ματιές της με τον Άλκη, επιχειρεί να τη σκοτώσει ματαιώνοντας τη ζωή που τόσο επιθυμούσε να ζήσει μαζί της. Ο Δημήτριος, πάλι, με την στάμπα του αρχηγού στο πετσί του, και η Έλενα, που μιλούσε με τα ποτάμια και τους ίσκιους, υπερβαίνουν το συμπτωματικό και το τυχαίο ατενίζοντας το καθολικό και το αιώνιο.
Μνήμες και γεγονότα καθηλώνουν τη ζωή και αποκαθηλώνουν τη Μοίρα των ηρώων, που κινούν και κινούνται στο μύθο εκτρέποντας την αφήγηση στα όρια της μαγείας. Ο αναγνώστης καλείται απλά να τη γευτεί και, αν μπορεί, να φτάσει στην κάθαρση. Να μπει στο ερημοκλήσι της Ζωής, να δει τις πυκνές τοιχογραφίες με άπειρα θέματα και ιστορίες διαφορετικές, που ωστόσο μια ουράνια αρμονία τις συνέχει.
Για το πρωτοποριακό μυθιστόρημα της Άννας Μανωλοπούλου ο Βασίλης Λιαπής σημειώνει: «Όπως στο Άλλο Μισό, έτσι και στο νέο μυθιστόρημα της Άννας Μανωλοπούλου Η ζωή δεν ήταν δική μου το κύριο κριτήριο αξιολόγησης δεν είναι, δεν μπορεί να είναι μόνο η ευρηματικότητα της πλοκής, η δεξιοτεχνία της αφήγησης, η πρωτοτυπία της γραφής, η ζωντάνια των χαρακτήρων, παρά και το “μαγικό” φορτίο των λέξεων, ο λυρισμός της έκφρασης, το συνειρμικό δυναμικό των εικόνων, και γενικά η ποίηση που αναβλύζει μέσα από την πρόζα σαν κρυφή ουσία των πραγμάτων. “Για να γράφει κανείς σπουδαία πρόζα, πρέπει να ακουμπάει στην ποίηση”, έλεγε ο Νίτσε.»
