REQUIEM- FERNANDO RENJIFO από τη θεατρική ομάδα Oberon art group, στο Black Box. Κριτική Άγγελα Μάντζιου

REQUIEM- FERNANDO RENJIFO Φιλοσοφικό υπόβαθρο,  ανοιχτή συνομιλία με το έργο του Καμύ και τον Μύθο του Σίσυφου, μια εξομολογητική αποτύπωση εικόνων στην  καθημερινότητα μιας ζωής και στον απολογισμό του τέλους της, που υπερβαίνει το ατομικό παράδειγμα  και αγγίζει  -σε σημεία- και την καθολικότητα της μοίρας του ανθρώπου. Ένας ήσυχα μελαγχολικός  αναστοχασμός ζωής στις εικόνες παρελθοντικών, ευτυχισμένων  στιγμών και στις σκέψεις της ωριμότητας,   στο σχήμα  της αβεβαιότητας του παρόντος,  που δεν υπόσχεται μέλλον, κύλησε ως υλικό θεάτρου,  στο έργο “Requiem”  του  Fernando Renjifo, όπως παρουσιάστηκε από τη θεατρική ομάδα Oberon art group, στο  Black Box.  Σκηνοθετικά – κ. Δ. Σιάχου, πολύ ενδιαφέρον,  δημιούργησε,  με ελάχιστα αντικείμενα,  μια ατμόσφαιρα προσεγμένης αισθητικής  έκφρασης με αντηχητικές κορυφώσεις  και έδωσε υπόσταση στον λόγο με μια υπαινικτική αναπαράσταση κίνησης,  πολυεπίπεδης σημειολογίας. Η επιλογή της μουσικής, απόλυτα ταιριαστή με το ύφος της παράστασης, ως επιτονισμός, ενίσχυσε την  έκφραση της μελαγχολικής διάθεσης  και οι φωτισμοί  έδειξαν το ημίφως  και τις αναλαμπές στις  εναλλαγές των σκέψεων, από το παρόν στο παρελθόν και στις εικόνες της παιδικής ηλικίας, στην καταγραφή των οποίων συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις.  Οι ερμηνείες άντλησαν από το κείμενο –όχι πολύ βαθυστόχαστο,  αλλά με μια φιλοσοφική  λεπτότητα βιωματικού τύπου-  το νοηματικό υπόβαθρο και έδωσαν, στον συντονισμό της θεατρικότητας,  εικόνα  και  ανάλογο ύφος στις μικρές φράσεις, που λειτούργησαν ως ατομική κραυγή και ανώνυμο μανιφέστο, με τα κοστούμια μιας ευανάγνωστης σημειολογικής υπόδειξης. Η ώριμη έκφραση του πρωταγωνιστή –κ. Δ. Καραθανάσης, ανέδειξε, με τρόπο προσωπικά  άμεσο και εξομολογητικό, τον στοχασμό  στην απόσυρση του ήρωα-προσώπου, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα  ήρεμης  αισθαντικότητας. ΡΕΚΒΙΕΜ (REQUIEM) Κείμενο: Φερνάντο Ρενχίφο (Fernando Renjifo) Μετάφραση : Μαρία Χατζηεμμανουήλ Σκηνοθεσία : Δήμητρα Σιάχου  Σκηνικά – Κοστούμια : Ελίνα Ευταξία Σχεδιασμός Φωτισμών : Διονύσης Καραθανάσης Βοηθός Σκηνοθέτη : Δημήτρης Βαβάτσης Παίζουν : Αλέξανδρος Αντωνίου, Διονύσης Καραθανάσης, Γιάννης Μαστρογιάννης. Ά. Μάντζιου

Όλο το άρθρο

ΒΙΒΛΙΟ – COLM TOIBIN ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ – κριτική Ά.Μάντζιου

  COLM TOIBIN ΝΟΡΑ ΓΟΥΕΜΠΣΤΕΡ Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου ΙΚΑΡΟΣ κριτική Ά.Μάντζιου Νόρα Γουέμπστερ, η ηρωίδα του βιβλίου όπως αναδύεται  από την πένα του συγγραφέα  Κολμ Τομπίν, ο οποίος παρακολουθεί τη ζωή της και την προσπάθεια χειραφέτησής της,  σε μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’60.  Μητέρα τεσσάρων παιδιών,  αναλαμβάνει τα ηνία της οικογένειας, ύστερα από τον θάνατο του καθηγητή συζύγου της, ανακαλύπτοντας σταδιακά πτυχές του εαυτού της, κρυμμένες πίσω από τον ρόλο της νοικοκυράς  και το προστατευτικό πέπλο του χαρισματικού συζύγου της και οδηγείται  στην προσωπική αυτονομία και αυτοπραγμάτωση, στην υπέρβαση του πένθους και στην προοπτική της συνέχισης της δράσης, ενώ η ζωή συνεχίζεται, ως διακοπτόμενη αφήγηση.  Έτσι κλείνει το βιβλίο, με την μετέωρη αίσθηση μιας συνέχειας –ίσως σε άλλο βιβλίο- ως δυναμική αφηγηματική προοπτική.  Τριτοπρόσωπη αφήγηση, εσωτερικός ρυθμός πολλών σκέψεων, λεπταίσθητη παρατηρητικότητα, λεπτομερής  καταγραφή της καθημερινότητας μιας εποχής, ψυχογραφική αποτύπωση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, σύνθεση των επί μέρους στοιχείων  τόσο  της ζωής  της επαρχίας  όσο και των αστικών κέντρων, στην αχλή μιας περασμένης εποχής και στον απόηχο της πολιτικής, της θρησκευτικής ζωής και των ταραχών, που αναδεικνύουν και το αυτοβιογραφικό-βιωματικό υλικό και δίνουν το στίγμα της οπτικής του συγγραφέα. «Αυτό που θέλω είναι ένα βιβλίο, μια αναπαυτική πολυθρόνα κι ένα δωμάτιο  όπου να είμαι μόνη μου», είπε. Σελ. 112 Αναμνήσεις, ιστορίες ανθρώπων, πόλεις, βιβλία, φωτογραφίες, μνημεία, μουσικές και παράλληλα μία συνομιλία με τις ηρωίδες των άλλων βιβλίων του συγγραφέα, δίνουν το  στυλ του αφηγητή που αγαπά τους ήρωές του και παρακολουθεί με συγκατάβαση τη ζωή τους. Το πένθος, τα έθιμα, οι συζητήσεις, οι προσευχές, οι οικογενειακές σχέσεις, ο γάμος, οι νέοι,  οι σπουδές, η εργασία,  τα επαγγέλματα, η διασκέδαση, το ταξίδι με τρένο, οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση, τα ρούχα, η επικοινωνία των ανθρώπων, η σιωπή,  καθρεφτίζουν έναν κόσμο που αλλάζει σταδιακά ακολουθώντας τα γεγονότα και μετατοπίζεται εσωτερικά απορροφώντας τους δυναμικούς κραδασμούς της ζωής σε εξέλιξη.  Ενδιαφέρον βιβλίο, γύρω από τη ζωή των  ανθρώπων  σε παλαιότερες εποχές, στο παράδειγμα μιας γυναίκας, με αφηγηματικές αρετές στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα της,  που ωστόσο εξελίσσεται επίπεδα και χωρίς ανατροπές, περιορίζοντας την αναγνωστική απόλαυση,  στον εγκλωβισμό των επαναλήψεων και της μονομέρειας. « Πάσχιζε ν’ ανακαλέσει εκείνη την εποχή, όμως μερικές εικόνες ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτες με λεπτομέρειες, κάποιες  ώρες ήταν τόσο γεμάτες με γνήσιες, άξέχαστες στιγμές, ώστε τον χρόνο που περίσσευε ήταν σαν να τον κοίταζε πίσω από τζάμι που το έδερνε η βροχή. Να περπατάει με τον Μόρις στον διάδρομο του νοσοκομείου ξέροντας ότι ίσως  να μην έβγαινε ζωντανός από κει μέσα. Η στιγμή που της είπε ότι ήθελε να κοιτάξει για μια ακόμα φορά τον ουρανό, και της ζήτησε να τον περιμένει στο διάδρομο, να τον αφήσει μόνο του. Να τον παρακολουθεί όταν άρχισε να κλαίει, μόλις έφτασε στην πόρτα». Σελ. 62 «Ήταν ένας κόσμος γεμάτος απουσίες».Σελ. 178 «Όλες  αυτές οι παλιές ιστορίες, σκεφτόταν, δεν θ’ αργούσαν να ξεχαστούν». Σελ. 93 «…μια σύμπτωση ήταν όλα». Σελ. 302 «Εγώ δεν πάω στο Δουβλίνο», είπε ο Κόνορ. «Δεν  τους γουστάρω τους Δουβλινέζους». Σελ. 126 «Γονάτισε μπροστά στο τζάκι κι άρχισε να ρίχνει  ένα ένα τα γράμματα στη φωτιά. Σκεφτόταν πόσα είχαν συμβεί από τότε που γράφτηκαν αυτά τα γράμματα, πόσο πολύ ανήκαν σε μια εποχή που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί και δεν επρόκειτο να ξανάρθει. Έτσι είναι η ζωή. Έτσι είχαν εξελιχτεί τα πράγματα». Σελ. 434  Ά. Μάντζιου

Όλο το άρθρο

ΟΙ ΨΑΡΑΔΕΣ – CHIGOZIE OBIOMA Μετάφραση: Ιωάννα Ηλιάδη Εκδόσεις Μεταίχμιο (Υποψήφιο για το βραβείο BOOKER 2015) Κριτική Άγγελα Μάντζιου

«Ο χρόνος δεν σήμαινε τίποτα τον καιρό εκείνο…Το μόνο που μετρούσε ήταν το παρόν και το ορατό μέλλον…Συνήθως , αναλαμπές του μέλλοντος έρχονταν σαν ατμομηχανή…Κάποιες φορές , οι αναλαμπές αυτές ερχόντουσαν μέσα από όνειρα ή  από πτήσεις φανταστικών σκέψεων που ψιθύριζαν στο κεφάλι σου- θα γίνω πιλότος, ή πρόεδρος της Νιγηρίας, θα είμαι πλούσιος, θα έχω ελικόπτερα-, γιατί το μέλλον ήταν όπως το πλάθαμε εμείς…Αλλά η μετάθεση του πατέρα  στη Γιόλα άλλαξε την εξίσωση των πραγμάτων. Ο χρόνος, οι εποχές και το παρελθόν άρχισαν να μετράνε, κι εμείς να νοσταλγούμε το παρελθόν αυτό και να το λαχταράμε ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι το παρόν ή το μέλλον». Σελ. 13 (1, ΨΑΡΑΔΕΣ).  «Οι Ψαράδες», το πρώτο μυθιστόρημα του  Chigozie Obioma  από τη Νιγηρία, αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας στο Άκουρε και τις δραματικές επιπτώσεις που θα έχει στη μοίρα των μελών της,  μια αλλόκοτη προφητεία ενός τρελλού, που προοιωνίζει τον θάνατο του μεγαλύτερου παιδιού της. Τα  τέσσερα αδέρφια, ψαρεύουν στην απαγορευμένη- από τους γονείς τους- περιοχή του ποταμού της πόλης. Ξεφεύγουν από την προσοχή της μητέρας τους η οποία φροντίζει,  παράλληλα με τη δουλειά της, τα δύο μικρότερα αδέρφια τους  και  εκμεταλλεύονται την απουσία του πατέρα τους, δεδομένου ότι εκείνος μετατίθεται,   για λόγους εργασίας, σε άλλη πόλη ως υπάλληλος τραπέζης.  Η αλήθεια των εξορμήσεων στο ποτάμι αποκαλύπτεται, αφού προηγουμένως τα αγόρια συναντήσουν τον τρελλό και ακούσουν με δέος τις επαναλαμβανόμενες,  απειλητικές προβλέψεις του,  πυροδοτώντας την έκρηξη του φόβου του μεγαλύτερου, Ικένα – παράλληλα με εκείνην της εφηβείας του- και οδηγώντας τα γεγονότα στην πράξη του φόνου  που διαπράττεται , ύστερα από έναν καυγά,  από το χέρι του αδελφού του,  Μπότζα. Ο ανήλικος δράστης στη συνέχεια  εξαφανίζεται και  τέλος αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι της αυλής του πατρικού σπιτιού. Τα άλλα δύο παιδιά, ο Ομπέμπε και ο Μπεν, ύστερα από τη διάλυση και την κατάρρευση της  γαλήνης της οικογένειάς τους  και μετά  από πολλές συναισθηματικές διακυμάνσεις  αναλαμβάνουν , πριν φύγουν για τον Καναδά, να εκδικηθούν τον τρελλό Αμπούλου  για τα δεινά  που προκάλεσε με τα λόγια του  στην οικογένειά τους, οδηγώντας στον θάνατο τα αδέλφια τους. Αφού επιχειρήσουν ανεπιτυχώς  να τον εξοντώσουν  με  άλλους τρόπους, τον σκοτώνουν με τα καλάμια του ψαρέματος. Αυτή η πράξη θα πυροδοτήσει νέες εξελίξεις,  που θα οδηγήσουν τον Ομπέμπε στη φυγή από την πόλη και τον Μπεν στη φυλακή,  ύστερα από την καταδίκη του, σε οκτώ χρόνια εγκλεισμού-απομόνωσης .  «Μπέντζαμιν Αζικίουε Άγκβου, …σου επιβάλλω ποινή κάθειρξης οκτώ ετών άνευ δικαιώματος επικοινωνίας με τα μέλη της οικογένειάς σου, έως ότου, όντας σήμερα δέκα ετών, συμπληρώσεις το δέκατο όγδοο έτος της, κατά την κοινωνία, τεκμηριωμένης ηλικιακής ωριμότητας». Σελ. 358 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ο αφηγητής της ιστορίας,  ο Μπεν, ένας από τα  έξι αδέρφια,  ξεδιπλώνει μια ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς του,  που  ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ολοκληρώνει τον κύκλο της,  ως απολογία  στην αίθουσα ενός δικαστηρίου, όταν το βιβλίο εκπνέει  αφηγηματικά   στις τελευταίες σελίδες, επιστρέφοντας  στις αρχικές φράσεις εξιστόρησης.  «ΉΜΑΣΤΑΝ ΨΑΡΑΔΕΣ. Τα αδέλφια μου κι εγώ γίναμε ψαράδες τον Ιανουάριο του 1996, όταν ο πατέρας μας έφυγε  από το Άκουρε, μια πόλη της δυτικής Νιγηρίας, όπου είχαμε ζήσει μαζί όλη μας τη ζωή». Σελ.9 (1, ΨΑΡΑΔΕΣ). «Τότε άφησα τις λέξεις να ξεχυθούν, τη φωνή μου να υψωθεί πάνω από την παγερή σιωπή της δικαστικής αίθουσας, καθώς άρχιζα με τον τρόπο που πάντα ήθελα να αρχίσω. «Ήμασταν ψαράδες. Τα αδέλφια μου κι εγώ γίναμε…» Σελ. 371 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ιστορία ενηλικίωσης πριν καν την ενηλικίωση των ηρώων της, εικόνες ζωής μιας πόλης, στο φόντο  των ιστορικών εξελίξεων  μιας  χώρας, που ακουμπούν με έναν παράδοξο τρόπο και τη ζωή των τεσσάρων  παιδιών- όταν λαμβάνουν μία υποτροφία για τις σπουδές τους-εξαιτίας μιας τυχαίας συνάντησης με τον αρχηγό μιας πολιτικής παράταξης. Περιγραφή του ασταθούς πολιτικού σκηνικού από έμμεσες ενδείξεις, που αφορούν την εικόνα της πραγματικότητας  και με έμφαση στο επί μέρους, που λειτουργεί ως  παράδειγμα, παρουσιάζει τη ζωή στη σταδιακή μεταμόρφωση και  δραματικότητά της. Καταγραφή της  καθημερινής ζωής και των λεπτομερειών της,  με μιαν λεπταίσθητη παρατηρητικότητα, αφηγηματική τεχνική επιβράδυνσης-ωρίμανσης των γεγονότων,  διεισδυτική ψυχογραφική  καταγραφή του φόβου και της αγωνίας που ριζώνει στη ζωή των παιδιών, καθώς  απομακρύνονται-αποκόπτονται σταδιακά μεταξύ τους.  Από την πεισματική απομόνωση και τους διαπληκτισμούς των παιδιών, ως τις προσπάθειες  της μητέρας να τα κρατήσει ενωμένα,  τόσο με απειλές όσο  και με τη βοήθεια της εκκλησίας, καταγράφεται  ένας κόσμος ρεαλιστικός, δεισιδαιμονικός  και παγανιστικός ταυτόχρονα, ο οποίος αποκαλύπτεται στις λέξεις, παροιμίες, φράσεις και διηγήσεις,  μέσω των ιδιωμάτων  Ίγκμπο και Γιορούμπα που ο συγγραφέας επιλέγει ως συμπληρωματική επεξήγηση των λεπτομερειών αφήγησης της ιστορίας του, παράλληλα με τη χρήση της Αγγλικής γλώσσας ως  κώδικα επικοινωνίας.  Πρωτοπρόσωπη καταβύθιση στον χρονικό κύκλο της παιδικής ηλικίας,  από την πλευρά του αφηγητή, που βασίζεται σε μια βιωματική ύλη ζωής, ακονισμένης στην οξύτητα των γεγονότων,  που υπήρξαν η πραγματικότητα της ζωής του, στον μετατοπισμό της ανέμελης παιδικότητας,  με τρόπο βάναυσα πένθιμο και τραγικό. Οι  εσωτερικές εκρήξεις αποτυπώνονται με λεπτομερείς  αναλογίες και ο  ψυχογραφικός ρυθμός υποδηλώνεται με ένταση και αμεσότητα. Γρήγορες, πυκνές  σκέψεις, αναδιηγήσεις, προοικονομία συμπληρωματικών εκδοχών, κοφτοί διάλογοι, καθρεφτίζουν εικόνες ζωής  σε πολύπλευρη, εσωτερική,  πυρετική  αποτύπωση. Η ταφή του Ικένα και η καύση του αυτόχειρα  Μπότζα, καθώς και οι συσσωρευμένες αναμνήσεις  της κοινής ζωής τους, τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, όπως η ασθένεια της μητέρας τους,  αφήνουν έντονα το αποτύπωμά τους στην παιδική ψυχή. Ο χώρος, οι δρόμοι,  τα σπίτια, το σχολείο, τα δόγματα και οι εκκλησίες, τα νεανικά είδωλα,  τα έθιμα,  τα επαγγέλματα, η μουσική, τα βιβλία,  τα φαγητά, οι σχέσεις των ανθρώπων, το ψυχιατρείο, η φυλακή,  οι πολιτικές εξελίξεις και μια αμυδρή αναφορά στο παρελθόν των προγόνων, αποτελούν υλικό που πάνω τους καταγράφεται η καθημερινότητα  ως θλίψη, απώλεια και  θάνατος. Η ανασύνθεση του κόσμου που υπήρξε παιδική ηλικία  του αφηγητή και ο οικογενειακός κύκλος του αίματος,  καταγράφονται με την σύμπραξη όλων των αισθήσεων και με μεγάλη ένταση. Με τρόπο κινηματογραφικό, ο συγγραφέας ψυχογραφεί έναν κόσμο στον οποίο έζησε.  Εικόνες, μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις και η αφή,  ως απτή υλική πραγματικότητα γνώσης του κόσμου, επιταχύνουν τη συγκίνηση της  αναγνωστικής εμπειρίας,  οδηγώντας, από το ανοιχτό πλαίσιο έκβασης  της ιστορίας, στην κάθαρση,  μέσω μιας ποικιλότροπης  επίγευσης που αφήνουν τα λογοτεχνικά έργα ως  γενική συνυποδήλωση αμφίσημης, λυτρωτικής  παραμυθίας .  «ΕΓΩ Ο ΜΠΕΝΤΖΑΜΙΝ, ΗΜΟΥΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ. Το εύθραυστο φτερωτό πλάσμα που απολαμβάνει το φως, μα σύντομα χάνει τα φτερά του και πέφτει στο έδαφος. Όταν οι αδελφοί μου, ο Ικένα και ο Μπότζα, πέθαναν, ένιωσα λες και το υφασμάτινο σκέπαστρο που πάντα με προστάτευε σκίστηκε πάνω από το κεφάλι μου,  αλλά όταν το έσκασε ο Ομπέμπε έπεσα από το διάστημα, σαν νυχτοπεταλούδα που τα φτερά της ξεριζώθηκαν από το σώμα της ενώ πετούσε, και έγινα ένα πλάσμα που δεν μπορούσε πλέον να πετάξει, παρά μόνο να συρθεί». Σελ. 343 (17, Η ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ). «…γιατί ήταν ένα απλό σπουργίτι που ζούσε σ’ έναν κόσμο όπου μαίνονταν μαύρες καταιγίδες».Σελ. 189 (9, ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ). «Τότε μια γαλήνη απόκοσμη πρέπει να τον σκέπασε, κάνοντάς τον να καταλαγιάσει, ώσπου απόμεινε νεκρός κι ακίνητος». Σελ. 222 (10, Ο ΜΥΚΗΤΑΣ). «Φύσηξε τον καπνό έξω από το παράθυρο, κι εγώ κοιτούσα με τρόμο το θέαμα του αδελφού μου, μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερου από μένα, να καπνίζει και να κλαίει σαν παιδί». Σελ. 251 (12, ΤΟ ΛΑΓΩΝΙΚΟ). «Όμως, παρότι δεν μιλούσε, κάθε της βλέμμα, κάθε κίνηση του χεριού της έμοιαζε να κλείνει μέσα της χιλιάδες λέξεις». Σελ.346 ( 17, Η ΝΥΧΤΟΠΕΤΑΛΟΥΔΑ). «Η ΕΛΠΙΔΑ ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΓΥΡΙΝΟΣ. Το πλάσμα που έπιανες και έφερνες στο σπίτι μαζί σου σ’ ένα τενεκεδάκι, μα το οποίο , παρότι το κρατούσες στο κατάλληλο νερό, σύντομα πέθαινε. Η ελπίδα του πατέρα  ότι θα μεγαλώναμε και θα γινόμασταν  σπουδαίοι άντρες- ο χάρτης των ονείρων του- σύντομα πέθανε, όσο κι αν την περιφρουρούσε. Η  δική μου ελπίδα ότι τα αδέλφια μου θα ήταν πάντα εκεί, ότι  όλοι θα κάναμε παιδιά και θα φτιάχναμε μια φυλή,  έστω κι αν τη θρέφαμε στα πιο αρχέγονα νερά, επίσης πέθανε».  Σελ. 302 (15, Ο ΓΥΡΙΝΟΣ). «Τι κάνεις,  ρε ηλίθιο!» φώναξε ο Μπότζα.Γίνονται φασαρίες σκοτώνουν ανθρώπους, πάμε σπίτι!». «Παντού υπήρχαν φωτιές και φλεγόμενα αυτοκίνητα, γιατί το Άκουρε κάηκε εκείνη τη μέρα…Η  12η Ιουνίου έγινε μια σκοτεινή ημέρα στην ιστορία της Νιγηρίας…Γίνονταν όλοι σαν μουντζουρωμένα πορτρέτα με μολύβι, σε κάποιο παιδικό βιβλίο ζωγραφικής, που περιμένουν να σβηστούν. Στη ζοφερή εκείνη κατάσταση, η πόλη τραβιόταν προς τα μέσα σαν φοβισμένο σαλιγκάρι. Και με το αχνό λοξοκοίταγμα της αυγής, οι κάτοικοι που είχαν γεννηθεί στον βορρά έφευγαν από την πόλη, τα μαγαζιά έκλειναν και οι πιστοί συγκεντρώνονταν στις εκκλησίες για να προσευχηθούν υπέρ ειρήνης, καθώς ο εύθραυστος γέροντας στον οποίο συχνά μετατρεπόταν το Άκουρε τον μήνα εκείνο περίμενε το πέρασμα της μέρας». Σελ. 151,155, 156,157 (7,  Η ΓΕΡΑΚΑΡΙΣΣΑ). «Δεν φανταζόταν, ούτε κατά διάνοια, ότι το πλοίο του είχε βουλιάξει και ότι ο πλούτος της ζωής του-ο χάρτης των ονείρων του (Ικένα = πιλότος, Μπότζα = δικηγόρος, Ομπέμπε = γιατρός, εγώ = καθηγητής)- είχε χαθεί». Σελ. 335 (16, ΤΑ ΚΟΚΟΡΙΑ). «Έπειτα από τον θάνατο των αδελφών μας, άρχισε να διαβάζει θαρρείς και η ζωή του κρεμόταν απ’ αυτό. Σαν παμφάγο ζώο, αποθήκευε τις  πληροφορίες που συνέλεγε από τα βιβλία στο μυαλό του. Κατόπιν, αφού τις επεξεργαζόταν και τις ψαλίδιζε στα ουσιώδη, τις μετέδιδε σ’ εμένα εν είδει ιστοριών που μου έλεγε κάθε νύχτα προτού κοιμηθούμε…μου είχε μιλήσει για τον Οδυσσέα, τον βασιλιά της Ιθάκης, …χαράζοντας για πάντα στο μυαλό μου εικόνες των θαλασσών του Ποσειδώνα και των αθάνατων θεών». Σελ. 248 (12,  ΤΟ ΛΑΓΩΝΙΚΟ).   «Έκλεισα τα μάτια μου ενόσω διαρκούσε η αναταραχή και έγειρα μες στο σκοτάδι που έκλεινε γύρω μου. Εκεί είδα το περίγραμμα ενός άντρα με σακίδιο να επιστρέφει στο σπίτι ακριβώς όπως είχε φύγει. Είχε σχεδόν φτάσει, σχεδόν τον άγγιζα, όταν ο δικαστής χτύπησε τρεις φορές τη ράβδο του στην έδρα και βρυχήθηκε: «Μπορείς να συνεχίσεις τώρα».  ‘Ανοιξα τα μάτια μου, καθάρισα τον λαιμό μου και άρχισα πάλι από την αρχή». Σελ. 371 (18, ΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ). Ά.  Μάντζιου

Όλο το άρθρο

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ στο καφωδείον Ελληνικόν ..Τις Πέμπτες του Δεκεμβρίου απο το Μουσικό θέατρο Εταιρότητα Κριτική της Αγγελας Μάντζιου

· Την  εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185…, δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον  και οι πόδες των,  ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα, τα οποία  είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην,… (Της Κοκκώνας το σπίτι). Με κάλαντα -μέσα σε φωνές  ανθρώπων που σιγά- σιγά ησύχασαν-  ξεκίνησε η παράσταση,  που παρακολουθήσαμε  στο Καφεθέατρο Ελληνικόν, σε σκηνοθεσία-δραματουργική επεξεργασία-  κ. Δ. Σακατζή. Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη, μία παράσταση αφηγηματικής δράσης,  ψυχογραφικής κοινωνικής  λαογραφίας,  στον  θεματικό κύκλο  της γιορτής των Χριστουγέννων και στον χώρο ενός καφωδείου-καφεθεάτρου, σε συνειρμικό συμβολισμό λαϊκότητας, γιορτινής συμμετοχικής  ενατένισης.   Στη μικρή σκηνή  του καφεθεάτρου, χώρεσε όλη η ενέργεια του κειμένου και της θεατρικής δράσης,  ο λόγος ακούστηκε μεστός, καθαρός  και παραμυθητικός, σμιλεμένος από έναν λεπταίσθητα ευαίσθητο παρατηρητή- συγγραφέα, ο οποίος κατέγραψε  -με  τόσο ιδιαίτερη  γλώσσα  στα διηγήματά του-  έναν ολόκληρο κόσμο στις λεπτομερείς του εκφάνσεις,  νησιωτικό και αστικό  παράλληλα, φυσικό και μεταφυσικό  ταυτόχρονα, με επίκεντρο στοχασμού τον άνθρωπο, τις περιπέτειες και τα δεινά του. Τέσσερεις άνδρες  ηθοποιοί στη σκηνή  και μία γυναικεία μορφή στη σκιά,  στον απόηχο των λόγων τους και των μουσικών μοτίβων σύνδεσης  των ιστοριών αφήγησης, εξιστόρησαν   με τη ζωηρή ενάργεια των παραμυθιών, τα περιστατικά   ιστοριών,   που ακουμπούν στη νύχτα της χαρμόσυνης γιορτής  των Χριστουγέννων  στον κύκλο του δωδεκαήμερου, φωτίζοντας παράλληλα και το κοινωνικό σκηνικό των ανθρώπων. Ανθρώπων όλων των ηλικιών, σε μια μικρογραφική κλίμακα  επιμέρους καταγραφής  των όψεων  της περιπέτειας της ζωής τους. Η αφηγηματική αναπαράσταση έδωσε,  με μεγάλη  εκφραστική πλαστικότητα,  δυνατές εικόνες δράσης- τόσο στην κίνηση όσο και στην ακινησία τους-  και  με ελάχιστα μέσα επί σκηνής, δημιούργησε μια συμμετοχική ατμόσφαιρα ευφρόσυνης  κατάνυξης, αυθεντικής   λαϊκότητας και θεατρικής προσήλωσης,  που γεννούν τα μεγάλα καλλιτεχνικά έργα.  Η σκηνοθετική σκέψη  κέντησε  στα θεματικά κέντρα των ιστοριών  πολλές αποχρώσεις  ηχομιμητικής , σωματικής δράσης,  με υπόβαθρο  το κείμενο, που αναδείχθηκε ποικιλοτρόπως σε μια αισθαντική  παράσταση  η οποία είχε τη χαρμολύπη της ασημαντότητας και του μεγαλείου της ύπαρξης.  Φωνές, ανθρώπινοι χαρακτήρες, ιστορίες κωμικής και δραματικής έντασης, συμβάντα και ένας έμμεσος  σχολιασμός, αθώος στο βαθύτερο κοίταγμά του, αξιοποιήθηκαν  από τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς της παράστασης που  υποδύθηκαν πολλούς ρόλους,  με τρόπο  ιδιαίτερα άμεσο και  διεισδυτικό,  ως εικόνες θεάτρου  που μιλά βιωματικά για την ύλη ζωής, για τα έθιμα και  τα ήθη μιας εποχής, για  την κοινωνία και τους ανθρώπους, για  τη φτώχεια, τον έρωτα, την ξενητιά, τις συνήθειες της καθημερινότητας,  με μια φιλοσοφική- φυσική  θρησκευτικότητα.  Τα συνδετικά μοτίβα της μουσικής και των τραγουδιών-χορών,  εκτελεσμένα με το ανάλογο ύφος,  εμπλούτισαν την παράσταση, άγγιξαν  το νοσταλγικό πεδίο αναζήτησης της εξιδανικευμένης γυναικείας μορφής  και τη λαϊκότητα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, ενός νησιού του 19ου αιώνα, στις ποικίλες  ιστορίες  της κοινωνίας των ανθρώπων.  Ανθρώπων,  στην  ομίχλη των περασμένων  χρόνων και του παλιού καιρού,  που άφησαν  το στίγμα τους  στους  λογοτεχνικούς ήρωες  του μεγάλου αυτού συγγραφέα και αποτελούν -στο ποιητικά αθώο  τους υπόβαθρο- βιωματική  ύλη Ελληνικότητας,  ως συμβολική ψίχα ανάγνωσης  του  σύμπαντος  κόσμου. · Η θεια -Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν  επ’ ολίγας στιγμάς χρωματιστήν πολίτικην μανδήλαν, διά ν’ ασπασθή τα στέφανα. Και την παραμονή του  Αγίου Βασιλείου το εσπέρας, ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς  τους διερχομένους ομίλους των παίδων:  «Ελάτε, παιδιά,  να  τραγ’δήστε!». (Ο Αμερικάνος). Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη, παράσταση  δυνατής ενέργειας  και ευαίσθητης έκφρασης,   που  της αξίζει τόσο το θερμό χειροκρότημα των θεατών όσο  και ο έπαινος  της κριτικής. Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη  Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία : Δημήτρης Σακατζής Επιμέλεια μουσικής-Τραγούδι : Έλσα Μουρατίδου Παίζουν:  Αλέξανδρος Καλτζίδης, Δημήτρης Κουστολίδης, Δημήτρης Σακατζής, Περικλής Σταύρου.  Αγγελα Μάντζιου

Όλο το άρθρο

«12 αναμετρήσεις με μια ιδιοφυΐα» του Howard Barker στο Θέατρο Αυλαία απο το Θέατρο Εταιρότητα.Κριτική Άγγελα Μάντζιου

Στατικό, με καταιγιστικές σκέψεις ειρωνικού και φιλοσοφικού χαρακτήρα, έργο αφηγηματικών, θραυσματικών συναντήσεων, με  γρήγορες, σκοτεινές οπτικές αποκάλυψης της ανθρώπινης δράσης, ως θεωρία και πράξη αλληλοακύρωσης, ένα παιχνίδι διερεύνησης ορίων και επιβολής, σε αμφίσημους λεκτικούς προσδιορισμούς, ως θέατρο καταστροφής και τραγωδία δίχως κάθαρση. Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Αυλαία, η σκηνοθετική σκέψη-κ. Ν. Σακαλίδης, προσπάθησε να συστήσει επί σκηνής  την αναπαράσταση της σκοτεινής- με μια διαβολική λάμψη- σκέψης, του ποιητικού πυρήνα του έργου, το οποίο ακολουθεί, στο ίχνος  των μεγάλων  δραματουργών της χρυσής εποχής, την ανθρώπινη περιπέτεια ως ταξίδι μύησης-επιβολής  ζωής και θανάτου. Το αποτέλεσμα υπολείπονταν της πρόθεσης, ωστόσο πολλές φορές σημασία έχει και το «τείνειν» στην τέχνη, ως πρόταση, υπόδειξη, κατεύθυνση και απόπειρα. Αυτό προέκυπτε ως εμφανές σημείο, στο συνολικό αποτέλεσμα της παράστασης. Παράστασης,  με αναλαμπές ταυτοχρονίας στον θεατρικό ρυθμό και την λεκτική αναμέτρηση-επικοινωνία των ρόλων, που της χρειάζεται χρόνος ωρίμανσης για να πυκνώσει στο αισθητικό πεδίο το  νόημα αναφοράς της.  Το φτωχό σκηνικό, στη σκηνή του θεάτρου Αυλαία, έδειξε το γυμνό τοπίο της δράσης, μιας δράσης ελάχιστα θεατρικής και περισσότερο διανοητικής, που δεν αξιοποιήθηκε το ίδιο και στο ίδιο επίπεδο από όλους τους ηθοποιούς της παράστασης. Άνισες ερμηνείες, στο βάθος  ενός δύσκαμπτου κειμένου, που κατόρθωσαν να δαμάσουν- με τον τρόπο του ο καθένας, ως σύνολο και σε επί μέρους σκηνές- οι ηθοποιοί, υποδυόμενοι τους αρχετυπικούς ρόλους της συμβολικής διαπαιδαγώγησης του δωδεκάχρονου Κίστερ. Η μουσική του έργου, ως αναφορική επιλογή εποχής, ακούστηκε πολύ δυνατά σε κάποια σημεία σύνδεσης των σκηνών συνάντησης και αποδυνάμωσε κάπως το σύγχρονο νόημα. Τα κοστούμια του έργου, καθρέφτισαν  χωρίς τη  φαντασία μιας ιδιαίτερης αισθητικής, πτυχές των ρόλων, επικεντρωμένων σε ένα πεδίο λεκτικών κυρίως αντιπαραθέσεων και μιας τολμηρής σωματικής πάλης εκφρασμένης  με κάποια διστακτικότητα τρόπου προσέγγισης, από τους ηθοποιούς της παράστασης.  12 Αναμετρήσεις με μια ιδιοφυΐα, έργο διανοητικών-ναρκισσιστικών δεξιοτήτων και αισθητικής, αποκαλυπτικής και αντιφατικής διαπαιδαγώγησης, κυνικής ειρωνείας και καταναγκαστικής επιβολής μιας διαβολικής νεανικότητας, στη διαστροφική εκδοχή των ανθρωπίνων σχέσεων. Στο θέατρο  παράσταση χωρίς ιδιαίτερη ενέργεια, που άφηνε μετέωρη αίσθηση στους θεατές και  δεν ταίριαζε πολύ στο ύφος της τόσο καλλιτεχνικής και ξεχωριστής ομάδας του θεάτρου Εταιρότητα.     «12 αναμετρήσεις με μια ιδιοφυΐα» του Howard Barker στο Θέατρο Αυλαία. Συντελεστές Μετάφραση: Έλση Σακελλαρίδου Σκηνοθεσία: Νίκος Σακαλίδης Κοστούμια: Μένη Τριανταφυλλίδου Σκηνικό: Νίκος Σακαλίδης, Γιώργος  Γεροντίδης, Δημοσθένης Μπογιατζής Μουσική επιμέλεια: Ευτυχία Καβαλίκα Φωτισμοί: Νίκος Σακαλίδης Βοηθός σκηνοθέτη – Οργάνωση παραγωγής: Τατιάνα Νικολαΐδου Φωτογραφίες: Τατιάνα Νικολαΐδου, Δημοσθένης Μπογιατζής Παίζουν: Θωμάς Βελισσάρης, Αλέξανδρος Βοζινίδης, Μελίνα Γαρμπή, Βιολέττα Θεοδωρίδου, Μαρίνα Καζόλη, Τζίμης Κούρτης, Δημήτρης Κουστολίδης, Ιόλη Ραγκούση, Ελένη Σαμαντζή, Κωνσταντίνος Χατζηκυπραίος. · Το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση, που έγινε ειδικά για την παράσταση, της Έλσης Σακελλαρίδου.(Από το πρόγραμμα του έργου). Ά. ΜΑΝΤΖΙΟΥ

Όλο το άρθρο

Wolfgang Herrndorf ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΓΕΙΑ κριτική Άγγελα Μάντζιου. Μετάφραση Απόστολος Στραγαλινός Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ

Wolfgang  Herrndorf ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΓΕΙΑ κριτική Άγγελα Μάντζιου Μετάφραση : Απόστολος Στραγαλινός Εκδόσεις  ΚΡΙΤΙΚΗ Νεανικό μυθιστόρημα περιπλάνησης στο τοπίο μιας χώρας,  αντισυμβατική φυγή  χωρίς σχέδιο και χάρτες για δύο νεαρούς μαθητές, που,  παρά τις κοινωνικές  αντιθέσεις τους,  ξεκινούν μαζί μια αλλόκοτη εξερεύνηση, την οποία ονομάζουν διακοπές . Από το Βερολίνο και τον αστικό ιστό που περιβάλλει τις ζωές τους,  στο μυστήριο των δρόμων  και στον προορισμό του πουθενά, τη Βλαχία, που προκύπτει ως δέλεαρ φυγής, ως σχέδιο επίσκεψης συγγενών , ως περιπέτεια ανάγνωσης του κόσμου.  “Πήρε μια πολύ σοβαρή έκφραση και ξανασοβάρεψα κι εγώ. «Ξέρω εκατόν πενήντα χώρες με τις πρωτεύουσές τους» είπα και ήπια μια γουλιά από την μπύρα του Τσικ. «Βλαχία δεν υπάρχει»”. Σελ. 111 “«Σοβαρά τώρα, τα πιστεύεις αυτά;» Ο Τσικ ανασηκώθηκε στους αγκώνες και με κοίταξε. «Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι εκεί πάνω; Δεν εννοώ σώνει και καλά έντομα. Αλλά κάτι;» «Δεν ξέρω. Έχω ακούσει πως μπορεί να υπολογιστεί. Είναι εντελώς απίθανο ότι κάτι υπάρχει , αλλά από την άλλη το σύμπαν είναι άπειρο και  ο πολλαπλασιασμός απίθανο  επί άπειρο μας δίνει ένα γινόμενο. Ένα σύνολο πλανητών. Άρα κάτι υπάρχει. Ο δικός μας πλανήτης, ας πούμε, είναι ένας απ’ αυτούς. Και κάπου εκεί πάνω σίγουρα υπάρχουν πλανήτες με γιγάντια έντομα». «Ακριβώς το ίδιο πιστεύω κι εγώ, ακριβώς το ίδιο!» Ο Τσικ ξάπλωσε πάλι ανάσκελα και κοίταζε με ένταση τα αστέρια. «Τρέλα ε;»  «Ναι, τρέλα». «Το θέαμα με συνεπαίρνει». «Μπορείς να το φανταστείς; Τ α έντομα έχουν φυσικά κι αυτά κινηματογράφο και γυρίζουν ταινίες στον πλανήτη τους. Και κάπου, σε κάποιον από τους κινηματογράφους τους, τώρα ακριβώς που μιλάμε, βλέπουν μια ταινία που διαδραματίζεται στη Γη, για δυο αγόρια που κλέβουν ένα αυτοκίνητο»”. Σελ. 137  Ο Τσικ και ο Μάικ, συμμαθητές,  φεύγουν με ένα κλεμμένο Λάντα όταν τελειώνει η σχολική χρονιά και όλοι ετοιμάζονται για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Οι δύο μαθητές της όγδοης τάξης,  ο αστικής καταγωγής,  Μάικ Κλίνγκενμπεργκ ή «πυροβολημένος», όπως τον αποκαλούν οι συμμαθητές του,  και ο νεοφερμένος στην τάξη,  Τσικ Τσιχάτσοφ, Ρωσικής καταγωγής και προβληματικής  συμπεριφοράς, κάνουν παρέα ύστερα από κάποια τυχαία  περιστατικά και   με ένα κλεμμένο αυτοκίνητο, πηγαίνουν στο πάρτυ μιας συμμαθήτριάς τους για να της δώσουν το δώρο του Μάικ, ένα πορτρέτο της Μπιγιονσέ που  το ζωγράφισε με πολύ κόπο και  στη συνέχεια το έσκισε γιατί η Τατιάνα δεν τον κάλεσε στο πάρτυ της. Η επέμβαση του Τσικ θα ανατρέψει το σκηνικό και  οι δύο φίλοι, ύστερα από την  θεαματική παρουσία τους στο πάρτυ,  θα βρεθούν να ταξιδεύουν με το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, σε άγνωστα τοπία και επαρχιακούς δρόμους , αποφεύγοντας την αστυνομία και τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους. Η περιπέτειά τους,  θα λήξει με τον τραυματισμό τους ύστερα από  ένα ατύχημα .  Έτσι ξεκινά η αφήγηση της ιστορίας, με τον ήρωα-αφηγητή  Μάικ, στο αστυνομικό τμήμα και στη συνέχεια στην κλινική όπου νοσηλεύεται . Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στρέφεται στα γεγονότα της,  μέχρι εκείνη τη στιγμή,  ζωής του, για να ολοκληρώσει η ιστορία τον κύκλο της,  με την εξιστόρηση της περιπέτειας   και τη δικαστική  διαδικασία, την οικογενειακή αντίδραση έως  και την έναρξη της καινούργιας σχολικής χρονιάς, όταν ο ήρωας διαπιστώνει το ενδιαφέρον της Τατιάνας για ό,τι του συνέβη, από τα σημειώματα που αλλάζουν χέρια στη διάρκεια του μαθήματος, μέχρι που πέφτουν στα χέρια του καθηγητή της τάξης. Γραμμένο με ζωηρό ύφος και  την αμεσότητα της  βιωματικής ύλης, ξεδιπλώνει σκηνές που αποκαλύπτουν στον αναγνώστη πτυχές της σύγχρονης, κοινωνικής  ζωής, ιδωμένες από την πλευρά των  νεαρών μελών της. Παρορμητικό, αντισυμβατικό, αλλόκοτο ταξίδι μύησης,  με αφετηρία εκκίνησης την αντίδραση  προς το αδιάφορο οικογενειακό περιβάλλον  και την κοινωνία αντίστοιχα,  για τους επαναστάτες νεαρούς, που ταξιδεύουν ανέμελα οδηγώντας   σαν να παίζουν play station, ανταλλάσσοντας την εμπειρική,  ελλιπή γνώση τους, για ό,τι  έχει πέσει στην αντίληψή τους,  που αφορά τον κόσμο. Οι διάλογοι ακολουθούν αυτό το ύφος της ειρωνικής ζωηρότητας, έτσι όπως καταγράφονται σύντομοι, διφορούμενοι , αυτοπροβάλλοντας το εγωϊστικό σχήμα. Κάποιες σκηνές κρατούν μια ένταση μιμητικής  παραβατικότητας, μιας  αφηγηματικής τεχνικής  που περιστρέφεται γύρω από την καταδίωξη ως δοκιμασία ορίων. Σ’ αυτό το οριακό πλαίσιο κινείται ο ρυθμός της εξιστόρησης, μια λοξή ματιά καταγραφής της πραγματικότητας,  ως έλξη παραβατικότητας . Σχολείο, ταξικότητα, διαφορετικότητα, ηλικίες και συμπεριφορές, τοπία, το ταξίδι ως αφετηρία δυνατών σκέψεων, στο σώμα του μυθιστορήματος –οδοιπορικού στη ζωή.  “  Αλλά  έτσι ήταν αυτά. Έτσι ήταν το κωλοσχολείο , έτσι ήταν τα βρομοκόριτσα και λύση δεν υπήρχε. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα, μέχρι που γνώρισα τον Τσικ. Από τότε και μετά άλλαξαν τα πράγματα. Αυτά θα σας διηγηθώ τώρα”. Σελ. 49 “Σταματήσαμε  μπροστά από μια οξιά τριακοσίων χρονών, που είχε φυτέψει κάποιος Φρειδερίκος ο Μέγας, και ο δάσκαλος μας ρώτησε εάν ήξερε κανείς  τι δέντρο ήταν. Κανένας δεν ήξερε. Εκτός από μένα φυσικά. Αλλά δεν ήμουν τόσο σπασίκλας, ώστε να ομολογήσω  μπροστά σε όλους πως ήξερα ότι ήταν οξιά”. Σελ. 42 “Η θέα θύμιζε καρτ ποστάλ.Στο ψηλότερο σημείο υπήρχε ένας τεράστιος  ξύλινος σταυρός. Από κάτω μια μικρή καλύβα, χαραγμένη παντού με αρχικά και ημερομηνίες…Παμπάλαια γράμματα, σκαλισμένα πάνω σε παμπάλαιο, σκούρο ξύλο…Ο Τσικ έβγαλε το σουγιά από την τσέπη του και άρχισε να σκαλίζει το ξύλο. Όσο λιαζόμασταν, κουβεντιάζαμε και τον παρατηρούσαμε να χαράζει τα αρχικά μας. Σκεφτόμουν ότι σε εκατό χρόνια θα έχουμε πεθάνει…Γι’ αυτό και έλπιζα πως ο Τσικ θα χάραζε στο ξύλο ολόκληρα τα ονόματά μας. Όμως μόνο για έξι γράμματα και δύο αριθμούς χρειάστηκε μια ώρα. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό: ΑΤ ΜΚ ΙΣ 10. «Τώρα όλοι θα νομίζουν πως ζούσαμε το 1910» είπε η Ίζα. «Ή το 1810». «Είναι ωραίο» είπα.  «Κι αν έρθει κάποιος χαβαλές και σκαλίσει μερικά γράμματα ανάμεσα στα αρχικά μας, σχηματίζονται οι λέξεις ΑΤΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 10» είπε η Ίζα «η πασίγνωστη ατομική κρίση του 2010». «Ουφ, βούλωσέ το επιτέλους» έκανε ο Τσικ. Εγώ πάντως το έβρισκα πολύ αστείο”. Σελ.192-193 “«Δεν άκουσες ποτέ για γυροσκοπικές πυξίδες;» «Ναι, αλλά μια γυροσκοπική πυξίδα δεν κάνει γύρους. Δεν είναι σβούρα. Δεν γυρνάει σαν τρελή» είπα στον Τσικ. «Είναι υγρού τύπου. Περιέχει αλκοόλ». «Με δουλεύεις». «Το έχω διαβάσει σε ένα βιβλίο. Ένας αλκοολικός ναύτης σπάει την πυξίδα, ενώ το πλοίο βουλιάζει, και ο προσανατολισμός χάνεται τελείως». « Δεν μου ακούγεται και πολύ επιστημονικό το βιβλίο που διάβασες». «Ναι, αλλά είναι αλήθεια. Νομίζω πως το βιβλίο λεγόταν Ο θαλασσόλυκος ή  ο λύκος των θαλασσών». «Εννοείς Ο λύκος της στέππας. Μιλάει και για  ναρκωτικά. Κάτι τέτοια διαβάζει ο αδερφός μου». «Αυτό είναι συγκρότημα, ρε ανίδεε» είπα. «Λοιπόν, αφού δεν ξέρουμε προς τα πού πέφτει  ο νότος, προτείνω να πάρουμε το χωματόδρομο» είπε ο Τσικ και ξαναφόρεσε το ρολόι του. «Έχει λιγότερα αυτοκίνητα». Όπως πάντα, είχε δίκιο. Σωστή απόφαση. Για διάστημα μιας ώρας δεν πετύχαμε ούτε ένα αυτοκίνητο. Ήμασταν κάπου που δεν υπήρχε ούτε μισό σπίτι στον ορίζοντα. Οι αγροί ήταν γεμάτοι κολοκύθες, μεγάλες σαν μπάλες κινησιοθεραπείας”. Σελ. 123-124 “ Έμεινα σιωπηλός. Στο μάθημα της φυσικής είχαμε μάθει κάποια πράγματα για το ηλεκτρικό ρεύμα. Ότι υπάρχει θετικό και αρνητικό φορτίο, ότι τα ηλεκτρόνια κινούνται μέσα στους αγωγούς, όπως το νερό κ.λπ. όσα ήξερα δεν είχαν προφανώς  καμία απολύτως σχέση  με το ηλεκτρικό σύστημα του Λάντα. Διανομέας, αναφλεκτήρας… Φαίνεται ότι απ’ αυτό το αυτοκίνητο περνούσε τελείως διαφορετικό ρεύμα απ’ ό,τι  από τα καλώδια  του μαθήματος της φυσικής. Ένας παράλληλος κόσμος! Και ίσως ο παράλληλος κόσμος να ήταν η φυσική του σχολείου, γιατί το κόλπο του Τσικ έπιασε και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο”. Σελ. 130-131 “…πού θέλατε να πάτε; «Στη Βλαχία». «Πού είναι αυτό το μέρος;» Με κοιτάζει γεμάτος ενδιαφέρον και νιώθω να κοκκινίζω.. Δεν εμβαθύνουμε άλλο, ευτυχώς. Στο τέλος δίνουμε τα χέρια  σαν ενήλικες και αισθάνομαι χαρούμενος που δεν χρειάστηκε να δοκιμαστούν τα όρια του ιατρικού απόρρητου”. Σελ. 25 “«Και το κορίτσι;  Είναι κι αυτό ερωτευμένο μαζί σου;» Κούνησα το κεφάλι ( για την Τατιάνα) και σήκωσα τους ώμους (για την Ίζα)”. Σελ. 273 “ΚΙ ΕΤΣΙ ΠΕΡΑΣΕ ΕΚΕΙΝΟ  το καλοκαίρι”. Σελ.  258 “…το πιο ωραίο καλοκαίρι της ζωής μου…Ένιωσα τρομερή χαρά γιατί, σύμφωνοι, δεν γίνεται να κρατήσουμε για πάντα  την  αναπνοή μας. Μορούμε όμως για αρκετά μεγάλο διάστημα”. Σελ. 275 ΆΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ

Όλο το άρθρο

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ του Φερνάντο Πεσσόα στο Θέατρο Αριστοτέλειο .Η άποψη του GR4YOU

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ του Φερνάντο Πεσσόα στο Θέατρο Αριστοτέλειο Το σχόλιο  υπογράφει η Καλλιόπη Φιλίππου.  Κερδίστε 5 διπλές  προσκλήσεις για την Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου γράφοντας το όνομα σας στο gr4you.ning@gmail.com Λίγα λόγια για την παράστασηΠαρακολουθήσαμε χθες μια θεατρική εκδοχή ενός λογοτεχνικού-φιλοσοφικού κειμένου του Φερνάντο Πεσσόα που περιείχε τη φιλοσοφική άποψη του συγγραφέα για το […]

Όλο το άρθρο

Μόσχα – Πετουσκί: Η μεθυσμένη διαδρομή. Κριτική Άγγελα Μάντζιου

Ο θεατρικός μονόλογος, Μόσχα – Πετουσκί: Η μεθυσμένη διαδρομή- βασισμένος στο μυθιστόρημα «Μόσχα – Πετουσκί» του Βενεντίκτ Γιεροφέγιεβ- στον οικείο-πολυμορφικό χώρο του Black Box,  μία  αφήγηση ενός μεθυσμένου καλλιτέχνη, του Βένια, που  περιγράφει περιστατικά της ζωής του, σχολιάζοντας την πραγματικότητα της εποχής ως  και την ενορατική συνειδητότητα του  τέλους της ύπαρξής του. Κείμενο ζωηρό  και με εκφραστική σπιρτάδα, κριτική και  ανήσυχη σκέψη, απεικονίζει  με μια πολιτική-φιλοσοφική διάσταση,  την πτώση της εποχής(-το έργο γράφεται το 1969-) . Μονόλογος διαρθρωμένος σε μικρές, εξομολογητικές αφηγήσεις ατομικών περιπτώσεων που συνθέτουν μία συλλογική εικόνα διάλυσης, ως την εξόντωση του καλλιτέχνη.  Πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση -συνειρμικού τύπου- γεγονότων και αναμνήσεων, μια λοξή ματιά πάνω στη ζωή του αλκοολικού καλλιτέχνη, ένα ειρωνικό σχόλιο υπονόησης ενός τρόπου ζωής – δράσης, λογοτεχνικές-εικαστικές αναφορές, όπως προκύπτουν από την αναδιήγηση συζητήσεων ανάμεσα σε ετερόκλητα πρόσωπα,  ως αναζήτηση νοήματος και αισθητικής, καταλυτικό χιούμορ ως αίσθηση, δίνουν το στίγμα του πολυεπίπεδου σχολιασμού της Ρωσικής  κοινωνίας. Ατομικό βλέμμα πάνω στη ζωή και την αξία της, την καλλιτεχνική δημιουργία και την τέχνη, την εκμετάλλευση των συναισθημάτων, τη θρησκευτική απόρριψη και επίκληση,  την πολιτική ιδεολογία.  Στην σκηνοθετική πρόταση, (Μετάφραση-διασκευή του έργου) –κ. Ν. Σακαλίδης, Μόσχα – Πετουσκί: μονόλογος, που   με ανάλαφρο τρόπο ξεδιπλώνεται  αποκαλυπτικά, ως καυστικό κοινωνικό σχόλιο. Μονόλογος,  που αξιοποιήθηκε από την ερμηνευτική δεινότητα του εξαίρετου ηθοποιού της παράστασης- κ. Θ. Βελισσάρης, με ιδιότυπα υπερβατικό τρόπο  στις εναλλαγές κωμικότητας και δραματικών ακυρώσεων, εκφρασμένων με μια πεισματική ένταση και  με βαθειά αίσθηση νοήματος, εξομολογητική διάθεση και αμεσότητα. Η ερμηνεία του, έδωσε διάσταση κίνησης στο κείμενο και μια αδρή περιγραφή των προσώπων και των συζητήσεων που προκύπτουν ανάμεσά τους. Ζωηρότητα και μελαγχολικός επιτονισμός, μια  εκφραστική  κλίμακα χαρακτήρων, λεπτομερής-ατμοσφαιρική καταγραφή της ασημαντότητας και του μεγαλείου της ύπαρξης,  κύλησαν με φυσικότητα ως θεατρική ύλη-ζωής ενός προσώπου, ενός καλλιτέχνη, μιας εποχής. Ενός ήρωα, με το κοστούμι της καθημερινότητας, στο φως του θεάτρου, στη μουσική υπόκρουση ήχων,  που υπογραμμίζουν νοσταλγικά το άχθος του χρόνου στο ταξίδι της ζωής.  Ταξίδι υπαρξιακής αναζήτησης,  ως την ύστατη στιγμή της ζωής του καλλιτέχνη Βένια και της μεθυσμένης του διαδρομής από την Μόσχα στο Πετουσκί,  με τραίνο, όπως μας την  αφηγείται εκφραστικά η φαντασία του συγγραφέα και ο ρυθμός αναπαράστασης  του  θεάτρου. Θέατρο Εταιρότητα Μόσχα – Πετουσκί: Η μεθυσμένη διαδρομή  Βενεντίκτ Γιεροφέγιεβ Διασκευή – μετάφραση – σκηνοθεσία: Νίκος Σακαλίδης Εικαστική και ενδυματολογική επιμέλεια: Γιώργος Γεροντίδης Μουσική επιμέλεια: Νίκος Σακαλίδης – Θωμάς Βελισσάρης Φωτισμοί: Μάκης Μαριάδης Βοηθός σκηνοθέτη – Οργάνωση παραγωγής: Τατιάνα Νικολαΐδου Ερμηνεύει ο Θωμάς Βελισσάρης  Το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην ελληνική θεατρική σκηνή. (Δελτίο Τύπου).  Ά. Μάντζιου

Όλο το άρθρο

ΕΝΥΔΡΕΙΟ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ Βραβείο Νέου Λογοτέχνη «Έναστρον –Κλεψύδρα» 2015 Κριτική Άγγελα Μάντζιου

ΕΝΥΔΡΕΙΟ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ ΝΟΥΒΕΛΑ  ΚΙΧΛΗ  Ζωηρό  με διάθεση περιπαικτική, αυτο-σαρκαστικό με  ανάλαφρη αίσθηση, κριτικό και με  έκδηλο χιούμορ αυτογνωσίας,  το «Ενυδρείο»,  χαρτογραφεί , στους δρόμους της Αθήνας,   την πόλη  ως παράδειγμα  αναφορικής κρίσης.  Από μια εμμονική παρόρμηση, αναζήτησης, εντοπισμού και  προσέγγισης,  ένας νεαρός άνδρας, ο Παύλος Καρτίνης,   ακολουθεί στους δρόμους της Αθήνας – και σε ποικίλες διαδρομές- γυναίκες διαφορετικών τύπων,  σε μια προσχηματική, με τα κλισέ της υπερβολής,  άδοξη επικοινωνία-παιχνίδι ερωτισμού. Μικρές ιστορίες  στην επινόηση της εικόνας του ενυδρείου,  όταν ο παρατηρητής-αφηγητής  γίνεται αντικείμενο παρατήρησης – τόσο από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται όσο και από τον αναγνώστη της ιστορίας- καθώς εξομολογείται, αναδιηγούμενος  σε πρώτο πρόσωπο,  τις ατυχείς προσεγγίσεις του,  που επιχειρεί με έναν παλιομοδίτικο, επίμονα  επαναλαμβανόμενο, τρόπο.  Ροή προφορικότητας, ρυθμός καταιγιστικής αφήγησης ρεαλιστικού τύπου,  που αφήνει,  με ένα κλείσιμο ματιού, στο περιθώριο τη λογοτεχνική περιγραφή, υπονοώντας την σε έμμεσες αναφορές, καθώς  ο παρατηρητής των ιστοριών και στη συνέχεια αφηγητής  τους,  διασχίζει  το τοπίο- σώμα της πόλης. Οι διάλογοι εκτείνονται από την τυπικότητα  αναγνωρίσιμων εκφράσεων,  στη σουρεαλιστική-ειρωνικού τύπου- ανταλλαγή φράσεων αναμέτρησης,  ως την φανταστική επινόηση,  του τι θα μπορούσε να είχε ειπωθεί,  αν ο διάλογος συνεχίζονταν ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και σε άλλο ύφος- τόνο.  «Ξέρετε τι είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο πάνω  σας;» θα την κοιτούσα στα μάτια. «Τι;» θα με ρωτούσε εκείνη. «Οι απαγχονισμένοι σας αστράγαλοι», θα της έλεγα και θα συνεχίζαμε την κουβέντα μας. Σελ. 82  Πίσω από τα ονόματα των οδών της πόλης προβάλλει το σκηνικό κτιρίων και ανθρώπων σε κινούμενες κινηματογραφικές  εικόνες. Ο αφηγητής –παρατηρητής,  αν και εστιάζει σε πρώτο επίπεδο αλλού την προσοχή του, αφήνει ένα φευγαλέο βλέμμα καίριας καταγραφής λεπτομερειών  της εικόνας , χαρτογραφώντας το τοπίο της κρίσης, σε υπαινικτικές αναφορές ταξικότητας στο θέατρο της καθημερινότητας,  στο οποίο ασκείται φλερτάροντας με τις «ομορφιές»,   με έναν μποέμ τρόπο αλλοτινών καιρών,  με μιαν απαισιόδοξη νότα επίγνωσης του σκοτεινού βάθους των πραγμάτων, κάτω από τη νεανική,  σπιρτόζικη ορμητικότητα.  « Με πλημμύρισε ξαφνικά μια απέραντη τρυφερότητα  για όλους μας. Ακροβάτες στο ίδιο τσίρκο, χωρίς δίχτυ ασφαλείας». Σελ. 121 Ερωτισμός ανάλαφρος, αθώος, μυστηριώδης και σκοτεινός μ’ έναν ενστιχτώδικο τρόπο,  περιγράφεται σε γενικές γραμμές,  γιατί η στόχευση είναι σε άλλα σημεία- θέματα. Ο αναγνώστης οδηγείται σ’ αυτά χωρίς διδακτισμό και έμμεσα κατακτά τη συνολική εικόνα του ρυθμού της κρίσης που πλήττει τους πάντες. Η εικόνα ολοκληρώνεται,  με το όνειρο του κατακλυσμού και της πλεύσης πάνω από τους δρόμους-μνημεία  της πόλης , αφού προηγουμένως  η ομάδα των γυναικών  θα έχει επιτελέσει το έργο της, με την επίσκεψη-εισβολή στο σπίτι του νεαρού αφηγητή και  επίδοξου κατακτητή τους. «Έχασα», σκέφτηκα.  Σελ. 42 «Ξανά το ίδιο όνειρο.Πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον και είμαι πολύ χαρούμενος. Σου πιάνω το χέρι και δεν το τραβάς. Ποιος είναι αυτός ο δρόμος;  Βρέχει καταρρακτωδώς και δεν μπορώ να διαβάσω το όνομα στην ταμπέλα. Θέλω να σε ρωτήσω  αν μπορείς να ξεχωρίσεις τα γράμματα, αλλά δεν βγαίνει κανένας ήχος  από το στόμα μου. Στο όνειρο της συνάντησης ακούγεται μόνο ο ήχος της βροχής…» Σελ.97 «Σ’ τα λέω όλ’ αυτά για να σου εξηγήσω για ποιο λόγο την 1η του Φλεβάρη περπάτησα την Πατησίων τέσσερις φορές…Με γρήγορο βήμα και μεγάλες δρασκελιές για να ξεδώσω και να βρω πάλι τη δύναμη για το κόλπο με το πορτοφόλι». Σελ. 107 «Η ίδια φράση σε αμέτρητες παραλλαγές. Τζαζ πεζοδρομίου». Σελ. 112 «Τελείωσε ο χρόνος, αγάπη μου,και βαθιά μέσα μου αισθάνομαι θλιμμένος. Δεν κατάφερα να σε βρω , όσο και αν προσπάθησα.Τώρα βρίσκομαι εδώ , στο τέρμα της διαδρομής, και μετρώ πρόσωπα και τόπους. Μη με παρεξηγείς. Το να μιλάς για τόπους και πρόσωπα είναι ένας ακόμα τρόπος  να μιλάς για το χρόνο. Οι δρόμοι της Αθήνας είναι οι δικές μου κλεψύδρες».  Σελ. 150 «Είμαστε, λέει, πιασμένοι χέρι χέρι σ’ ένα δρόμο της Αθήνας και βρέχει καταρρακτωδώς. Επιτέλους, σ’ έχω βρει!». Σελ.152  Άγγελα Μάντζιου

Όλο το άρθρο

Γιεβγκιένι Ιβάνοβιτς Ζαμιάτιν «Εμείς» – στο θέατρο Αυλαία .Κριτική Άγγελα Μάντζιου.

 ( θεατρική  Ομάδα Σημείο Μηδέν) Μινιμαλιστικό, αφηγηματικό, με ιδιότυπη κίνηση στην  απουσία θεατρικής δράσης, οραματικό,  με μια πολιτική διάσταση στις αναλογίες μαθηματικών και φιλοσοφίας, απαισιόδοξο,  ως  καταγραφή ενός μελλοντικού κόσμου  στην ατομική συντριβή του, στον μέλλοντα χρόνο. Κείμενο ενδιαφέρον  σε  επιμέρους σκέψεις αλλά χωρίς  πνεύμα και βάθος,  κουραστικό και μονοδιάστατο στο σύνολό του, που η θεατρική ομάδα Σημείο Μηδέν υποστήριξε  σε μια ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα  εικονοποιΐας, μουσικής και αφήγησης.  Σε μια αναφορική κατάσταση του παρόντος -μέλλοντος χρόνου, στην  απουσία δράσης, ο σκηνοθέτης της παράστασης  αξιοποίησε τον αφηγηματικό μίτο , υποστήριξε την εικόνα  του  κειμένου πυροδοτώντας την ένταση της σκέψης των σωμάτων, ως αντίδραση και αποδοχή του εφιαλτικού ενδεχόμενου  στον αφανισμό και την επιβίωση των ανθρώπων.  Η ομάδα των ηθοποιών,  με εξασκημένη σωματικότητα,  ακούμπησε στη φόρμα της δυστοπικής επικοινωνίας και ,  χωρίς πολλά σκηνικά αντικείμενα,  δημιούργησε μία θεατρική ατμόσφαιρα επικείμενου συμβάντος. Ο σκηνικός χώρος,  γεωμετρικά οριοθετημένος, δεν άφησε περιθώρια  ανάπτυξης άλλων σκέψεων και λειτούργησε ως εργαστήριο παρατήρησης  παραλογισμού. Το μάτι της εξουσίας και  οι άνθρωποι, ως  ενδεικτικά παραδείγματα αριθμών,  κινήθηκαν  στον συμβολικό, υπογραμμισμένης –και στα κοστούμια- χρωματικής αυστηρότητας  χώρο και η μουσική ακολούθησε τις εσωτερικές σκέψεις,  τονίζοντας την απουσία  ατομικής επιλογής, ως υπαινικτική  αρχέγονη αποτύπωση .  «Εμείς»,  ψηγματική-θραυσματική   οραματική σύλληψη του μέλλοντος των ανθρώπων, στο σχήμα των αριθμών και στην κυριαρχία της εξουσίας. Θεατρική  ανάγνωση  εικονικού τρόπου , ενός  μη θεατρικού κειμένου  που το κοινό χειροκρότησε αμήχανα στο τέλος . Συντελεστές της παράστασης:   Γιεβγκένι Ιβάνοβιτς Ζαμιάτιν (1884-1937 «Εμείς».   Ομάδα Σημείο Μηδέν  Σκηνοθεσία-θεατρική απόδοση-σκηνική εγκατάσταση: Σάββας Στρούμπος Μετάφραση από τα Ρωσικά – κατασκευή μουσικού οργάνου και καθισμάτων: Δαυίδ Μαλτέζε Μουσική: Έλλη Ιγγλίζ Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης Κοστούμια: Αiram Μαρία Παπαδοπούλου Κατασκευή σκηνικού: Χαράλαμπος Τερζόπουλος Δραματουργική συνεργασία: Μαρία Σικιτάνο Μακιγιάζ: Βιργινία Τσιχλάκη Χειριστής φωτός: Δημήτρης Σταμάτης Photo credits: Αντωνία Κάντα Video & trailer credits: Χρυσάνθη Μπαδέκα Δημιουργία αφίσας: Soul Design Διανομή Δαυίδ Μαλτέζε: D-503 Ελεάνα Γεωργούλη: I-330 Έλλη Ιγγλίζ: Αφηγητής Δημήτρης Παπαβασιλείου: Ευεργέτης Έβελυν Ασουάντ: Ο-90 Ά. Μάντζιου 

Όλο το άρθρο